Νέα ελληνικά εναντίον αρχαίων; Πραγματικότητα ή παρανόηση;

Σε ένα κείμενο που φέρει την υπογραφή 56 Πανεπιστημιακών δασκάλων (συμπεριλαμβανομένης και της γράφουσας) προτείνεται μια μικρή αύξηση των ωρών διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, με αντίστοιχη μείωση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων, τα οποία προτείνεται στο γυμνάσιο να διδάσκονται από μετάφραση. Αυτό σημαίνει ότι τα αρχαία ελληνικά παραμένουν στο γυμνάσιο ως μάθημα που αφορά τη μελέτη του περιεχομένου των αρχαίων κειμένων, ενώ η γλωσσική διδασκαλία προτείνεται να γίνεται στο Λύκειο (όπως ίσχυε και παλαιότερα). Η πρόταση αυτή προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αντίδραση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ), η οποία στην ανακοίνωσή της  (http://www.p-e-f.gr/docs/544.pdf) χαρακτηρίζει την πρωτοβουλία αυτή «απαράδεκτη» και αναφέρει: «Οι συντάκτες του κειμένου, που αιτούνται μάλιστα τις υπογραφές των φιλολόγων, αντί να εργασθούν υπέρ της αναγκαίας αύξησης της διδασκαλίας της νέας ελληνικής γλώσσας, στην πραγματικότητα συναινούν στην υποβάθμιση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, καθώς μάλιστα επιχειρούν να στηρίξουν την πρότασή τους με αντιεπιστημονικά επιχειρήματα τα οποία αρνούνται τη σημασία της ανάδειξης, κατά τη διδασκαλία, της διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες». Πρώτον, έχει ενδιαφέρον η αναφορά σε «αντιεπιστημονικά επιχειρήματα», όταν κανείς απευθύνεται σε επιστήμονες ερευνητές με γνωστικό αντικείμενο τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Δεύτερον, είναι ασαφές πώς προκύπτει η άρνηση της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας σε διδακτικό επίπεδο. Αντίθετα, το ερώτημα είναι πώς βλέπουμε αυτή τη συνέχεια και πόσο απαραίτητη είναι για τη βελτίωση της νεοελληνικής σε επίπεδο συγχρονικής χρήσης. Επίσης, πώς αντιλαμβανόμαστε τη διδασκαλία των αρχαίων; Ως κείμενα πηγές που μας συνδέουν με την κλασική αρχαιότητα ή ως γλώσσα που επιθυμούμε να την μετατρέψουμε σε «πρότυπο»; Πόσο αποδεχόμαστε τη συγχρονική αυτονομία του συστήματος της νεοελληνικής γλώσσας; Τα παραπάνω ερωτήματα είναι θεωρητικά και εν μέρει ιδεολογικά, αφού η απάντησή τους μπορεί να αντανακλά συγκεκριμένες ιδεοληψίες. Πρακτικά, αν η αυξημένη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν βελτίωσε την αρχαιοελληνική γλωσσομάθεια των μαθητών, αλλά ούτε και την ικανότητά τους να κατανοούν το περιεχόμενο των κειμένων, το πρόβλημα θα πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο Διδασκαλίας τους. Μια έρευνα στα διάφο- ρα Τμήματα Φιλολογίας θα μπορούσε εύκολα να επιβεβαιώσει αν πράγματι οι εισακτέοι αυτού του προγράμματος εμφανίζουν βελτιωμένη γνώση της αρχαίας ή όχι. Φοβάμαι πως η εικόνα θα είναι μάλλον απογοητευτική. Παρόμοια ερωτήματα φυσικά μπορεί να θέσει κανείς και για τη διδασκαλία των νέων ελληνικών. Σε αυτή την περίπτωση, η διδασκαλία της γλώσσας έχει μεταγλωσσικό χαρακτήρα, ενώ η μελέτη των νεοελληνικών κειμένων βελτιώνει το λεξιλόγιο και τη γλωσσική χρήση. Ταυτόχρονα, οδηγεί στην ανάπτυξη γνωστικών δεξιοτήτων που καλλιεργούνται μέσα από την κατανόηση και παραγωγή λόγου (συνοχή, συνάφεια, οργάνωση επιχειρηματολογίας). Θα είχε ενδιαφέρον να μαθαίναμε τις θέσεις της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και για αυτά τα θέματα, πώς δηλαδή πρέπει να διδάσκονται η γλώσσα και τα κείμενα, αποφεύγοντας τη στείρα ανάλυση και τυποποίηση. Κλείνω με κάποια αυτοκριτικά σχόλια εν είδει ερωτήσεων: πώς εμείς οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εκπαιδεύουμε τους φοιτητές των Φιλολογικών (αλλά και Παιδαγωγικών) Τμημάτων, για να έχουν μια διαφορετική προσέγγιση σε αυτά τα θέματα; Πώς είναι δυνατόν οι απόφοιτοί μας να αναπαράγουν αντιεπιστημονικές ιδεοληψίες περί «μαθηματικής δομής» της αρχαίας ελληνικής, να προϋποθέτουν τη διδασκαλία της αρχαίας για την «καλύτερη γνώση της νέας ελληνικής» και και γενικώς να υιοθετούν άκριτα τέτοια φαιδρά επιχειρήματα; 

Σύνταξη: