Θαλάσσιες Γεωαρχαιολογικές Έρευνες στη Βύβλο του Λιβάνου

Toν περασμένο Σεπτέμβριο ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία η τρίτη ερευνητική αποστολή του Εργαστηρίου Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών στη θαλάσσια περιοχή της αρχαίας Βύβλου, του Λιβάνου. Η συνεχής κατοίκιση της τουλάχιστον από τη Νεολιθική εποχή και η ανάπτυξή της ως σημαντικό Φοινικικό λιμάνι αξίωσε την αρχαία Βύβλο να γίνει Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO. Τα λιμάνια της αρχαίας Βύβλου, της Σιδώνας και της Τύρου συνιστούν τρία πολύ σημαντικά λιμάνια της αρχαιότητας στη Θάλασσα της Λεβαντίνης και της ευρύτερης Μεσογείου Θάλασσας, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη διάχυση του Φοινικικού πολιτισμού και αλφάβητου. Οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου μεταξύ αυτών των παράκτιων πόλεων της Θάλασσας της Λεβαντίνης μαρτυρείται σε πολλές αρχαίες πηγές εδώ και χιλιετίες. Πληροφορίες που προέρχονται τόσο από αρχαία κείμενα όσο και από εικονογραφικές πηγές περιγράφουν κυρίως το εμπόριο ξυλείας μεταξύ της αρχαίας πόλης της Βύβλου και της Αιγύπτου. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα δεν είχαν εντοπιστεί ίχνη λιμενικών εγκαταστάσεων της Εποχής του Χαλκού στην περιοχή της αρχαίας πόλης της Βύβλου. Οι πρώτες έρευνες ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960 από μια πρωτοπόρο στον τομέα της ενάλιας αρχαιολογίας, την Honor Frost. Από το 2014, το Εργαστήριο πραγματοποιεί θαλάσσιες γεωφυσικές και γεωαρχαιολογικές έρευνες στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Byblos and the Sea» που χρηματοδοτείται από το Honor Frost Foundation. Το πρόγραμμα είναι υπό την επιστημονική διεύθυνση της ενάλιας αρχαιολόγου Martine Francis-Allouche και του Καθηγητή Αιγυπτιολογίας Nicolas Grimal (Collège de France).

Οι κύριοι στόχοι των ερευνών είναι η παλαιογεωγραφική ανάπλαση της παράκτιας περιοχής της Βύβλου και πιθανώς ο εντοπισμός του λιμανιού της στην Εποχή του Χαλκού και του Σιδήρου. Φυσικές και ανθρωπογενείς μεταβολές στην παράκτια ζώνη της περιοχής διαφοροποίησαν σημαντικά τη γεωγραφία σε αυτή την τοποθεσία και αποδυνάμωσαν με το πέρασμα του χρόνου τα ίχνη της παρουσίας του αρχαίου λιμανιού. Η ανάπλαση και η εξέλιξη της αρχαίας ακτής αναμένεται να βοηθήσει στην κατανόηση της σύνδεσης της αρχαίας πόλης με το λιμάνι και να φωτίσει πτυχές της άνθισης του αρχαίου αυτού λιμανιού ως οικονομικού κέντρου με την εξαγωγή κέδρου στην αρχαία Αίγυπτο, το Βασίλειο του Ισραήλ, των Ασσυρίων και των Νεο-Βαβυλωνιακών Βασιλείων.

Οι τρεις ερευνητικές αποστολές έχουν αποδώσει εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για την παράκτια παλαιογεωγραφία της περιοχής και την εξέλιξή της τα τελευταία 10.000 χρόνια. Ανάμεσα στα έως σήμερα ευρήματα, εξέχουσα θέση κατέχει ο εντοπισμός ενός βυθίσματος του πυθμένα στη ρηχή θαλάσσια ζώνη. Τόσο η ανάπτυξή του όσο και η θέση του, στους πρόποδες της αρχαίας πόλης της Βύβλου, καθώς και η εκτιμώμενη ηλικία του, μεταξύ 2ης και 1ης χιλιετίας π.Χ., το καθιστούν ως επικρατέστερο για να αντιπροσωπεύει αρχαία λιμενολεκάνη συνδεδεμένη με το φημισμένο αρχαίο λιμάνι.

Σε συνέχεια των ερευνών στην αρχαία Βύβλο, το Εργαστήριο, σε συνεργασία με το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνών του Λιβάνου (CNRS), ξεκινά την έρευνα των άλλων δύο σημαντικών αρχαίων λιμανιών της Λεβαντίνης Θάλασσας, της Σιδώνας και της Τύρου.

Το ερευνητικό προσωπικό που παίρνει μέρος στις έρευνες είναι: ο Γιώργιος Παπαθεοδώρου, Καθηγητής και Διευθυντής Εργαστηρίου, η Μαρία Γεραγά, Επικ. Καθηγήτρια, και οι ερευνητές Δρ. Δημήτρης Χριστοδούλου, Νίκος Γεωργίου, MSc Υποψήφιος Διδάκτωρ, Ξενοφών Δήμας, MSc Υποψήφιος Διδάκτωρ, Δρ. Μαργαρίτα Ιατρού και η Δέσποινα Ζούρα, MSc.