Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση

H εκπαίδευση στη χώρα μας αποτελεί ένα δωρεάν αγαθό, κατοχυρωμένο συνταγματικά, ανεπτυγμένο διαχρονικά, και πεδίο ενδιαφέροντος από πολλούς παράγοντες. Ωστόσο, η μη ύπαρξη ενιαίας εθνικής εκπαιδευτικής στρατηγικής έχει οδηγήσει σε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που αφορούν την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Το επίπεδο εκπαίδευσης που ακολουθεί τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την κοινωνία σύμφωνα με τη Eurostat, από την οποία αντλήθηκαν τα παρακάτω στοιχεία, με έτος αναφοράς το 2013. Στην ΕΕ γενικά συναντούμε τέσσερα (4) επίπεδα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το βασικό πτυχίο (bachelor), το μεταπτυχιακό (master), το διδακτορικό (doctoral), καθώς και έναν σύντομο κύκλο (short-cycle) που προηγείται του βασικού πτυχίου, ο οποίος αφορά πολύ εξειδικευμένους επαγγελματικούς τομείς. Ο τελευταίος δεν αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού συστήματος σε πολλές χώρες (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα).

Πανευρωπαϊκά, το πρώτο σημαντικό επίπεδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί το βασικό πτυχίο, για το οποίο το 2013 φοιτούσαν σχεδόν 12 εκατ. άτομα, ή το 2,35% του πληθυσμού της ΕΕ, ή το 60,7% εκ των φοιτητών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι ανέρχονταν σε 19,6 εκατ. άτομα. Σε αυτό το επίπεδο σπουδών η Ελλάδα κατείχε την πρώτη θέση, καθώς το 5,35% του πληθυσμού της (ή 588,2 χιλ. άτομα) ήταν φοιτητές. Ο εκπαιδευτικός προσανατολισμός μετά το λύκειο καθιστά μονόδρομο την είσοδο σε ένα ίδρυμα, ενώ και άλλοι παράγοντες όπως η φορολογία ή η λήψη αναβολής της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας για τους άρρενες (η υποχρεωτική θητεία έχει καταργηθεί εδώ και πολλά έτη από σχεδόν όλες τις χώρες της ΕΕ), συντελούν στην ύπαρξη τόσων πολλών φοιτητών. Πολύ πιο πίσω με μόλις 4,23% του πληθυσμού βρίσκεται η Λιθουανία, και την ακολουθεί η Φινλανδία με 4,19%. Χώρες όπως οι Ισπανία, Κύπρος, Γερμανία, Ιταλία, και Γαλλία, παρουσιάζουν εξαιρετικά μικρά ποσοστά, χαμηλότερα του μέσο όρου της ΕΕ ο οποίος βρίσκονταν στο 2,35%.

Σε μεταπτυχιακό επίπεδο ωστόσο η Ελλάδα υστερεί σημαντικά, αφού βρίσκεται στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, με 0,44% του πληθυσμού της να ήταν φοιτητές σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα, γεγονός που οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στη μετακίνηση για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 1,09% και τον ξεπερνούσαν όλες οι μεγάλες δυνάμεις της ένωσης (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία), αλλά και οι χώρες με παράδοση στην παιδεία, όπως οι Σουηδία, Δανία και Φινλανδία. Και ενώ σε μεταπτυχιακό επίπεδο η Ελλάδα δείχνει αδυναμία, σε διδακτορικό επίπεδο το επιστημονικό δυναμικό άγγιζε το 2013 το εντυπωσιακό 0,21% του πληθυσμού της χώρας, ποσοστό που την κατάτασσε στην έβδομη (7η) θέση της ΕΕ, πίσω από χώρες όπως οι Φινλανδία, Αυστρία και Γερμανία. Σε αυτό το επίπεδο σπουδών χώρες όπως Γαλλία, Κύπρος, Ολλανδία, Ιταλία, και Ισπανία ήταν πολύ πιο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ του 0,15%.

Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει πως η εκμετάλλευση του επιστημονικού δυναμικού της χώρας μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας και της κοινωνίας. Η στήριξη στους νέους επιστήμονες σήμερα είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα έως μηδενική, γεγονός που δεν επιτρέπει την αναστροφή της φυγής τους στο εξωτερικό, το αναφερόμενο και ως ‘brain drain’. Η χώρα παράγει επιστημονικό δυναμικό που κατά ένα μεγάλο μέρος αξιολογείται ως εξαιρετικό, αλλά που εντός συνόρων δεν τυγχάνει στήριξης και εκμετάλλευσης. Η στρατηγική διαχείριση των ανθρώπινων πόρων, ειδικά σε περιόδους κρίσης, είναι πρωταρχικής σημασίας. Αν και έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ύψους 6% σε σχέση με το πληθυσμό, αυτό δεν μετατρέπεται σε πυρήνα εθνικής ανάπτυξης, στοιχείο που υποδηλώνει μεγάλα περιθώρια περαιτέρω επένδυσης και ανάπτυξης της εκπαιδευτικής δομής της χώρας.

Για ολόκληρο το άρθρο επισκεφτείτε την ομότιτλη ανάρτηση στο προσωπικό μου blog, https://economistmk.blogspot.com.