Η βιβλιοθήκη είχε μόλις ανοίξει... :Δεν έχουμε ανοίξει ακόμα

Τι καλύτερο το καλοκαίρι από την ανάγνωση; Ιδιαίτερα μάλιστα όταν έχει κανείς στα χέρια του υλικό φρέσκο και πρωτότυπο. Στα επόμενα τεύχη του, το @Up θα δημοσιεύσει τα τρία διηγήματα που έλαβαν τιμητική διάκριση στον διαγωνισμό μικροαφηγήματος «Η βιβλιοθήκη είχε μόλις ανοίξει....» τον οποίο πρόσφατα διοργάνωσε η Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου μας. Από τις συνολικά 76 συμμετοχές προκρίθηκαν στον διαγωνισμό 12 μικροαφηγήματα, τα οποία θα περιληφθούν σε ειδική έκδοση του πατρινού εκδοτικού οίκου «Το δόντι». Εμείς ξεκινάμε σε αυτό το τεύχος με το διήγημα του Κωνσταντίνου Χρυσόγελου. Καλή ανάγνωση!

Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει. Το ξέρω γιατί είχα βάλει ο ίδιος το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Το γύρισα αριστερόστροφα μια φορά και κοντοστάθηκα. Θα πρέπει να χασκογέλασα.
– Βιάσου, παιδί μου, δεν έχω πολύ χρόνο.
Η πόρτα άνοιξε επιτέλους και τα πρόσωπά μας δροσίστηκαν απ’ το χάρτινο αεράκι. Ο συνοδός μου με υποσκέλισε και με μια δρασκελιά εισέβαλε στον χώρο. Χοροπηδούσε και χαχάνιζε σαν παιδάκι.
– Σιγά, Ιωάννη, θα ξυπνήσεις τα βιβλία!
Πολύ αργά. Από την «Αρχαία Γραμματεία» ακούστηκαν τα πρώτα βογκητά. Κάθε πρωί η Κλυταιμνήστρα που πονά. Έπρεπε να φέρω τον κουβά να σκουπίσω τα αίματα. Πέντε ράφια πιο πέρα, ο Πλάτωνας γκρίνιαζε με τη γεροντική φωνή του για την παρακμή της ποίησης. Τουλάχιστον εκείνος δεν άφηνε λεκέδες στο πάτωμα.
Περπατώντας κατά μήκος των αρχαίων, το αφτί μου έπιασε ένα έντονο θρόισμα ανάμεσα στα φύλλα των βιβλίων. Διάβασα την ένδειξη: «Αρχαίο μυθιστόρημα». Προσπέρασα δίχως δεύτερη σκέψη τον Ηλιόδωρο και στάθηκα πάνω απ’ τον Λόγγο.
– Χλόη, ησυχία! Πού να μπει κι η άνοιξη.
Απ’ τον Τάτιο ακούστηκε ένα ειρωνικό γέλιο. Προχώρησα, περνώντας τους Νεοέλληνες, τους Άγγλους και τους Αμερικάνους, και μετά έστριψα δεξιά, πηγαίνοντας συνειδητά προς την ιαπωνική λογοτεχνία. Η φίλη μου συνεπέστατη με περίμενε στον εσωτερικό διάδρομο.
– Τι γίνεται πάλι εδώ; ρώτησα με πατρική προσποίηση.
– Από τότε που κατέστρεψα το έμβρυο της αδερφής μου δεν μπορώ να βρω ησυχία». Μιλούσε και κρατούσε τα μάτια της καρφωτά στο δάπεδο, ενώ τα χέρια της κουνιόντουσαν αδιάφορα, σαν εξαρτήματα απ’ το λάθος μηχάνημα. «Πρέπει να τηλεφωνήσεις στη Γιόκο», συνέχισε, «να της πεις να γράψει μια συνέχεια, πως το παιδί βγήκε εντάξει».
Την έπιασα μαλακά απ’ τους ώμους και την έβαλα πίσω στο χαρτί. Δυστυχώς οι ζωντανοί συγγραφείς δεν βγαίνουν απ’ τα βιβλία για να σώσουν την κατάσταση. Αναρωτιόμουν τι να ένιωθε η ίδια κοπέλα μέσα σ’ ένα άλλο αντίτυπο. Τέτοιες απορίες μπορούν να έχουν, υποθέτω, μόνο όσοι γράφουν ή διαβάζουν γιαπωνέζικη λογοτεχνία. Οι Γιαπωνέζοι πάντα αποτελούσαν ένα αίνιγμα για μένα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τους διάβαζε με τόσο πάθος η γυναίκα μου -ίσως γι’ αυτό δεν θέλει να μείνει έγκυος.
Έκλεισα το «Ημερολόγιο εγκυμοσύνης» και πήγα να πάρω εκείνο τον κουβά. Είχα μια ώρα στη διάθεσή μου, μετά θ’ ανοίγαμε για τους ανθρώπους και τα βιβλία θα σώπαιναν. Άνοιξα την πόρτα στο δωματιάκι κι έπιασα το μπράτσο της σκούπας. Με το άλλο χέρι πάσχιζα να τραβήξω την κουρελού απ’ το πάνω ράφι. Τραβιόμουν σαν το σπαστικό, όταν μια ψηλή, ρουφηγμένη σιλουέτα ήρθε να με βοηθήσει.
– Ευχαριστώ.
– Είσαι γλυκό παιδί. Μοιάζεις με τον γιο μου. Είσαι ο γιος μου;
Πώς διάολο είχε βγει απ’ το βιβλίο της τούτη; Έβαλα την αριστερή παλάμη μου μέσα στη δεξιά δική της και την οδήγησα στο τμήμα της. Αυτή δεν σταματούσε να μονολογεί: «Είσαι γλυκό παιδί…». Όπως το φαντάστηκα, ο Ευριπίδης την έψαχνε. Είχε φύγει απ’ τους αρχαίους και μπαινόβγαινε στους άλλους διαδρόμους. Τον πέτυχα στην «Αποδόμηση».
– Εδώ είναι, παππούλη! Πάρ’ τη και βάλ’ τη πίσω.
– Αχ, να ’σαι καλά!
Εγώ να είμαι καλά, αλλά για πόσο καιρό θα σας αντέξω ακόμα; Η μία έχει τύψεις γι’ αυτό που την έβαλε να κάνει η δημιουργός της, ο άλλος δραπετεύει στην πόλη κι εγώ πρέπει να τον ψάχνω… Πάλι καλά που κανείς δεν διαβάζει Βυζαντινά… Α, μια και το θυμήθηκα!
Έστρεψα το βλέμμα μου στη σκοτεινή γωνίτσα που επισκέπτονται μερικοί μόνο φοιτητές που μέρα με τη μέρα λιγοστεύουν. Θυμάμαι όταν με ρώτησε ο κοσμήτορας πού να βάλουμε τις «Μετααποικιακές σπουδές» κι εγώ του απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη: «Βγάλε από κει τους Ρωμιούς και ρίξ’ τους στην άλλη άκρη. Ποιος τους διαβάζει άλλωστε;» Έτσι κι έγινε.
Μα ο Ιωάννης προέκυψε ζωηρός. Κάθε μέρα παίζουμε κρυφτό και στο τέλος μου βγάζει την πίστη μέχρι να κάτσει ήσυχος. Χθες το απόγευμα μάλιστα το έσκασε απ’ το παράθυρο -και μου το είχε πει ο προηγούμενος, μην το ανοίγεις, χαλάνε τα βιβλία. Ευτυχώς, τον βρήκα να σουλατσάρει στο πάρκο και τον έφερα πίσω έγκαιρα. Τον έβλεπα τώρα που διάβαζε ήσυχα ένα βιβλίο.

– Ιωάννη Μόσχε, μπες μέσα! Έχω σκάρτη μια ώρα και πρέπει και να σφουγγαρίσω.
Δεν μου έδωσε σημασία. Πήγα κοντά του σιγοψιθυρίζοντας βρισιές.
– Ρε παιδί μου, δεν ακούς; Βοήθα λίγο την κατάσταση!
Όταν έφτασα, ύψωσε τον δείκτη του, κάνοντάς μου να σωπάσω.
– Γέρων ἦν ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ τοῦ Σάψας, καί εἰς τοσαύτην ἤλασεν ἀρετήν, ὥστε τούς λέοντας ἐρχομένους ἐν τῷ σπηλαίῳ αὐτοῦ, ὑποδέχεσθαι αὐτόν, καί ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ παραβάλλειν αὐτοῖς. καί οὕτως πλήρης ἦν τῆς θείας χάριτος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος.
Περίμενα λίγο και μετά είπα: «Γιατί μου το διάβασες αυτό;»
– Μπορεί να μη σας αρέσουμε, αλλά εμείς γράφαμε μικροαφηγήμα-τα από τότε», μου έκανε χαμογελώντας.
– Μπα, ξέρεις και τα μικροαφηγήματα;
– Ε, τι νομίζεις ότι κάνω όλο το βράδυ εδώ; Όταν δεν ξεπορτίζω τουλάχιστον.
Με τα ανοιχτά χέρια του χώρεσε όλη τη βιβλιοθήκη, λες και κοιμόντουσαν στην αγκαλιά του τα αναρίθμητα βιβλία που ήταν στα ράφια, σαν μικρά λιονταράκια.
– Αυτός είναι τώρα ο πνευματικός λειμώνας μου.
Με διαπέρασε ένα ρίγος αλλά συγκράτησα τον εαυτό μου. Ίσιωσα την πλάτη μου και βάρυνα τη φωνή μου.
– Άντε, μέσα τώρα!
Ο Ιωάννης υπάκουσε. Έδωσε ένα σάλτο και χώθηκε στο μισοδιαλυμένο, ογκώδες βιβλίο που πριν κρατούσε. Έσκυψα και το έπιασα. Ήταν πολύ βαρύ. Με κυρίευσε η θέληση να μάθω τι γράφει μέσα. Συνήλθα όμως απότομα, όταν συνειδητοποίησα τι ώρα ήταν.
Μέτρησα τον χώρο.
– Τρία τέταρτα για να τα κάνω λαμπίκο.
Άθελά μου, το μάτι μου έπεσε στις «Μετααποικιακές σπουδές». Σκέφτηκα ότι στο μεσημεριανό διάλειμμα θα έπιανα να διαβάσω Μόσχο.
– Θέση πάντως δεν σ’ αλλάζω! είπα δυνατά κι αμέσως έβαλα τα γέλια.
Καθώς σκούπιζα τους παχύρρευστους κόκκινους λεκέδες, συλλογιζόμουν: Πώς είναι να κοιμούνται λιοντάρια στην αγκαλιά σου;