ΝΑΛΑΝΤΑ

Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει για τους δεκαέξι μοναδικούς φοιτητές του πανεπιστημίου της Ναλάντα. Εκεί που κάποτε πατούσαν τα δερμάτινα σανδάλια και σέρνονταν τα πορτοκαλί ράσα των Βοδισάτβας μοναχών, εκεί που αντηχούσαν από τις όχθες του Γάγγη μέχρι τους ορεινούς όγκους των Ιμαλαϊων οι μπρούτζινες καμπάνες με το πλούσιο ηχόχρωμα, εκεί που κάποτε αποθηκεύτηκε μέσα στην ίδια της την τέφρα όλη η γνώση ενός συμπαθητικού στρουμπουλού προφήτη και των φωτισμένων του ακόλουθων, εκεί ακριβώς στέκεται σήμερα το νέο κτήριο της βιβλιοθήκης, περιστοιχισμένο από την υδάτινη προστασία μιας βαθιάς και ευρείας τάφρου. Υστερώντας σε υλικό, επισκέπτες και ηλικία, η νέα βιβλιοθήκη της Ναλάντα ισορροπούσε ανάμεσα στην έκδηλη υπερηφάνεια μιας κυβερνητικής πρωτοβουλίας και στην κρυφή ικανοποίηση των λιγοστών βουδιστών του Μπιχάρ. Άλικες μεταξένιες κορδέλες κόπηκαν με επισημότητα, λόγοι εκφωνήθηκαν, πρόεδροι και υπουργοί ανεβοκατέβηκαν σκαλιά, πρυτάνεις συγκινήθηκαν, ιερείς ευλόγησαν. Οι δεκαέξι φοιτητές του πανεπιστημίου της Ναλάντα πίστεψαν πως ολόκληρη η ιστορία συμπυκνώθηκε σε μια σταγόνα βροχής και στάλαξε στα κεφάλια τους, καθώς πάτησαν το ίδιο κατώφλι από μαλακό πυρόξανθο ψαμμίτη που είχε διαβεί βγαίνοντας από την βιβλιοθήκη ο Μπακτιγιάρ Κιλτζί, οχτώ αιώνες νωρίτερα. Το κατώφλι αυτό είχε δεχθεί το οργισμένο δάκρυ του ετοιμοθάνατου Μαμελούκου δυνάστη, ως απόδειξη της θεραπευτικής ικανότητας των ρασοφόρων μοναχών. Ο Μπακτιγιάρ Κιλτζί είχε εξαπατηθεί από κάθε έκφανση της πίστης του. Η ζωή του είχε σωθεί χάρη σε αλλόθρησκους και υποτελείς. Η ταπείνωσή του ξεπλύθηκε από την καταστροφική πύρινη πλημμύρα που εξαπέλυσε. Όλα αυτά, όμως, έγιναν καιρό πριν. Η Ναλάντα δεν είχε τότε καμία επίγνωση της αρχαιότητας και της ομορφιάς της. Η καταστροφή της λησμονήθηκε ή πέρασε στις μνήμες των μύθων του Μπιχάρ. Τώρα, ένα ζευγάρι κεντητά τσόχινα πασούμια στέκεται στο πέτρινο κατώφλι της βιβλιοθήκης, επιτρέποντας ένα χαώδες άνοιγμα της κοινωνικής ψαλίδας. Η ιδιοκτήτριά τους αδιαφορεί για το σώμα που κείτεται λίγα μέτρα πιο δίπλα. Αγνοεί πως βρισκόταν εκεί πολύ πριν την ανέγερση της νέας βιβλιοθήκης. Εκεί, στο πέτρινο κατώφλι ξαπλώνει με το στέρνο ανοιχτό στο σύμπαν και το χέρι ακουμπισμένο στην καρδιά ο τελευταίος εκλεκτός του Γιάμα, ένας εξαντλημένος φρουρός της συλλογικής μνήμης, μεγαλοπρεπής μέσα στη βρώμα και τη γύμνια του. Δεν ζητιανεύει, δεν κινείται, μετά βίας αναπνέει. Αυτός ο εξαθλιωμένος μάρτυρας του σύγχρονου πολιτισμού φέρει στο αποστεωμένο κορμί του όλο τον χρόνο που πέρασε και που θα έλθει. Ζει σιωπηλά στο μεταίχμιο της παραίτησης και του θριάμβου. Βρισκόταν εκεί όταν τα πυραμιδοειδή ερείπια της παλιάς βιβλιοθήκης πάλευαν με τους άγριους μουσώνες και τους θεριεμένους κισσούς. Ξαπλώνει ακόμα στο ίδιο κατώφλι σήμερα, που το γυαλιστερό νέο κτήριο της βιβλιοθήκης δεσπόζει γαλήνιο και ασφαλές στο κέντρο του πανεπιστημιακού συγκροτήματος. Θρέφεται από την πεμπτουσία της ύπαρξης. Σπάνια ανοίγει τα καστανά του μάτια και όταν το κάνει, βλέπει τα λωτόδεντρα να πυκνώνουν και να κλείνουν από πάνω του σε μια οργιώδη βλάστηση που καλύπτει το παρόν και επιτρέπει μόνο στη στενή, φωτεινή δεσμίδα του παρελθόντος να διαπεράσει το φύλλωμά της και να προβληθεί πάνω στους λεπτούς, γωνιώδεις αστραγάλους που ξεπροβάλλουν από τα πασούμια της φοιτήτριας.Στα μάτια του ανακλάται η εικόνα της βαριάς ξυλόγλυπτης εισόδου της βιβλιοθήκης που ανοίγει ξανά και ξανά στον χρόνο και στον χώρο σαν να περιστρέφεται μπροστά του ένα γιγάντιο καλειδοσκόπιο. Ο χρόνος συμπιέζεται στο μέσο μιας αόρατης κλεψύδρας και ξεχύνεται από τη λυτρωτική οπή που οδηγεί στο άπειρο, στην αέναη επανά-ληψη. Σιωπηλός κάτοχος της ιστορίας, μυρίζει την ξύλινη οροφή που καίγεται αργά από την πυρκαγιά, ακούει τις φωνές των πανικόβλητων μοναχών, αισθάνεται τους κραδασμούς από τα ποδοβολητά τους, γεύεται την πικρή γεύση της στάχτης, στην οποία μετουσιώνονται σταδιακά όλα τα σπάνια, μοναδικά έγγραφα της βιβλιοθήκης. Βλέπει τη μοναδική απόδειξη της σοφίας της Μαχαγιάνα να κατατρώγεται από τις αδηφάγες φλόγες. Μοναχικός και αιώνιος μάρτυρας μιας κλεψύδρας που ανανεώνει διαρκώς τον εαυτό της, ο πιστός σύντροφος του πέτρινου κατωφλιού βιώνει αδιάκοπα το θλιβερό αποτέλεσμα της μισαλλοδοξίας του Μαμελούκου ηγέτη. Ίσως, η κάτοχος των πασουμιών σκύψει για να τα καθαρίσει από την ιερή λάσπη που έχει κολλήσει πάνω τους και τότε, ίσως, τον κοιτάξει κατάματα. Αν αντέξει το πυρωμένο βλέμμα του θα δει κι εκείνη τις φλόγες να σκαρφαλώνουν δεκάδες μέτρα στον ουρανό, τα άλογα των μουσουλμάνων να σηκώνονται λυσσασμένα στα πίσω πόδια, τους αναβάτες τους να κραδαίνουν βαριές, αστραφτερές χαντζάρες, το ξαφνιασμένο αίμα των μοναχών να χύνεται αργά στα μαρμάρινα πατώματα. Ίσως τότε τρομάξει, ίσως και όχι. Ίσως, συνεχίσει να καθαρίζει το πασούμι της, περνώντας τον ζητιάνο για τρελό ή πιστεύοντας πως πρόκειται για άλλο ένα από εκείνα τα κινηματογραφικά τεχνάσματα του Μπόλιγουντ, όπου στο τέλος όλοι μαζί, μοναχοί και Μαμελούκοι, φοιτητές και ζητιάνοι, πρυτάνεις και ιερείς θα χορέψουν συγχρονισμένα στον κεντρικό χώρο της βιβλιοθήκης, κουνώντας ρυθμικά τα κεφάλια τους μέσα σε εκατοντάδες στεφάνια πλεγμένων χεριών.