Μικροαφήγημα ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ Ι. Γεώργα

Σε αυτό το τεύχος φιλοξενούμε το τρίτο στη σειρά από τα τρία μικροαφηγήματα που έλαβαν τιμητική διάκριση στον διαγωνισμό μικροαφηγήματος «Η βιβλιοθήκη είχε μόλις ανοίξει....», τον οποίο πρόσφατα διοργάνωσε η Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου μας. Ακολουθεί το διήγημα της Ιωάννας Γεώργα. Απολαύστε το!

Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει. Εκείνος την είχε ανοίξει δηλαδή και σήμερα, όπως κάθε πρωί που άνοιγε αυτή την παλιά βαριά πόρτα με το ξύλινο πλαίσιο και το χοντρό τζάμι. Έφτανε πρώτος από όλους, έβγαζε τα κλειδιά από την αριστερή τσέπη του παντελονιού του και ξεκλείδωνε την κεντρική, εξωτερική είσοδο της βιβλιοθήκης, στην οποία δούλευε από πάντα.
Τυπικά, η βιβλιοθήκη άνοιγε στις οχτώ το πρωί, πράγμα που, όταν ανέλαβε τη δουλειά πριν από δεκαετίες, τον είχε προβληματίσει λίγο, αφού δεν ήξερε αν στις 8 πρέπει να βρίσκεται στην εξωτερική πόρτα ή αν στις 8 έπρεπε να βρίσκεται, ήδη, εντός της βιβλιοθήκης έχοντας ανάψει τα φώτα, ίσως και τη θέρμανση το χειμώνα. Έθεσε το ερώτημα στον προκάτοχό του, και εκείνος αντί για απάντηση απλά του χαμογέλασε.
Κάθε πρωί άνοιγε την εξωτερική πόρτα και αυτή πιστή στην προκαθορισμένη της διαδρομή έκλεινε πίσω του αυτόματα, με αυτόν τον μηχανισμό που τις κάνει να κλείνουν αθόρυβα, περίπου συμμορφωμένη με την εντολή «Ησυχία», που αναγραφόταν με μεγάλα κόκκινα γράμματα σε μια λευκή πινακίδα που κρεμόταν απέναντι. Ακολούθως, έπρεπε να ανέβει δεκατέσσερα σκαλιά και να ανοίξει τη δεύτερη είσοδο, την εσωτερική. Αυτό το μεσοδιάστημα –από την ώρα που άνοιγε την κεντρική είσοδο μέχρι να ακούσει το κλείσιμο της πόρτας πίσω του– καθόριζε την κανονικότητα της ζωής του.
Σταδιακά, ή μπορεί και από την πρώτη μέρα, απέκτησε τη συνήθεια να μετράει τα σκαλιά που ανέβαινε για να φτάσει στην εσωτερική είσοδο της βιβλιοθήκης. Μετρούσε τα σκαλιά και τη ζωή του. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, στο εφτά ήξερε ότι θα ακουστεί ο χτύπος της εξωτερικής πόρτας που θα έκλεινε πίσω του. Εδώ και πολλά χρόνια, όταν ακουμπούσε στο έβδομο σκαλί, άκουγε πίσω του το κλείσιμο της εξωτερικής πόρτας. Έβαζε πάντα το αριστερό του πόδι στο πρώτο σκαλί και ήξερε ότι, όταν θα ακουμπούσε το ίδιο πόδι στο έβδομο σκαλί, θα ακουγόταν αυτός ο χαρακτηριστικός ήχος της πόρτας που κλείνει, αυτό το «μπαμ», ας πούμε, για χάρη ευκολίας. Υπήρχαν πρωινά που την έσπρωχνε με μεγαλύτερη δύναμη καθώς έμπαινε, έτσι ώστε να δώσει χρόνο στον εαυτό του να διασχίσει οχτώ ίσως και εννιά ή δέκα σκαλιά μέχρι να ακούσει το μπαμ της πόρτας –όπως κάποτε, αρκετά χρόνια πριν– και άλλες φορές ανέβαινε τις σκάλες με γρηγορότερο ρυθμό για τον ίδιο λόγο. Όμως, σχεδόν πάντα, ένα δευτερόλεπτο αφού ακουμπούσε το πόδι του στο έβδομο σκαλί και ό,τι είχε ανασηκώσει το άλλο του πόδι για να το ανεβάσει στο όγδοο, η πόρτα έκλεινε. Έγινε, έτσι, μια από τις βεβαιότητες της ζωής (του).
Κοίταξε το ρολόι του. Άνοιξε την εξωτερική πόρτα σπρώχνοντάς τη με δύναμη με το ελεύθερο χέρι του και ανέβηκε τα σκαλιά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έφτασε στην κορυφή και κοίταξε πίσω του ανυπόμονος, με ένα μικρό, μισοσβησμένο χαμόγελο που είχε απομείνει χαραγμένο από την ώρα που είχε φτάσει στο όγδοο σκαλί και δεν είχε ακούσει την πόρτα να κλείνει. Ένιωσε για λίγο ότι μπορεί κάπως να νίκησε το χρόνο, αφού η πόρτα δεν έκλεισε στο όγδοο ή στο ένατο σκαλί. Μα μετά, κάτι αφύσικο πρέπει να συνέβαινε μια και στο δέκατο ή, έστω, στο ενδέκατο θα έπρεπε να είχε κλείσει. Είναι προφανές, ότι δεν είναι πια εικοσιπεντάρης, γι’ αυτό και φτάνοντας στην κορυφή, γύρισε να δει τι πήγε λάθος. Η πόρτα είχε μείνει στα μισά του δρόμου της ανοιχτή, κάπου κόλλησε και έχασκε, ενώ ένα κρύο αεράκι έμπαινε και έκανε την πινακίδα «Ησυχία» να κουνιέται θορυβωδώς πέρα-δώθε. Λαχανιασμένος –«άλλωστε έχω μεγαλώσει πια», σκέφτηκε, «για να συμμετέχω σε αγώνες τέτοιου είδους»–ακούμπησε τις τσάντες που κουβαλούσε στο πάτωμα και ξανακατέβηκε τις σκάλες. Έπιασε το πόμολο και προσπάθησε να την κλείσει, αλλά ο αυτόματος μηχανισμός έφερνε αντίσταση. Ένα χαλίκι, ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων, βρισκόταν μεταξύ πόρτας και πατώματος και κάθε που κουνούσε λίγο βίαια την πόρτα, αυτό ανταποκρινόταν με έναν ήχο οξύ, ενώ ταυτόχρονα άφηνε σκουρόχρωμα θρύμματα στο πέρασμά του. Την άνοιξε ακόμα περισσότερο και, περνώντας αρκετές φορές το δεξί του πόδι πάνω από τα θρύμματα, τα απομάκρυνε από το δρομολόγιό της. Την άφησε από τα χέρια του και εκείνη έκλεισε, όπως ήταν αναμενόμενο. Χαμογέλασε.
Μπήκε στο χώρο της βιβλιοθήκης, άναψε τα φώτα και τη θέρμανση και πάτησε το κουμπί της καφετιέρας. Τελετουργία. Εργάστηκε τακτοποιώντας βιβλία, συντάσσοντας καταλόγους και επικοινωνώντας με διάφορους υπεύθυνους, όπως έκανε πάντα. Κάθε πρώτη μέρα της εβδομάδας, επέλεγε ένα διαφορετικό βιβλίο, από τα χιλιάδες που υπήρχαν εκεί μέσα και το ξεφύλλιζε στα διαλείμματά του ή όταν δεν είχε πολύ δουλειά.
Εκείνη τη μέρα, όταν τελείωσε μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, ξεχώρισε στο φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα μια χαρακιά, κομμάτι της περιμέτρου μιας κυκλικής τροχιάς που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έσκυψε, πέρασε τον δείκτη του χεριού του πάνω από την χαρακιά και σκέφτηκε ότι είχε και εκείνος μια παρόμοια ουλή κάτω από το αριστερό του μάτι, από παιδί. Σκέφτηκε ότι όσο είχε στο νου του να ξεκολλήσει την πόρτα από το εμπόδιό της, δεν του πέρασε από το μυαλό ότι σημάδευε το δάπεδο. Τον ενόχλησε που είχε την ευθύνη και ανασηκώθηκε κακοδιάθετος.
Το επόμενο πρωινό, διασχίζοντας την είσοδο, πάτησε επίτηδες αυτό που όρισε ως δικιά του ευθύνη μόλις χθες, χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα κάτω. Έξω, έβρεχε ασταμάτητα από το προηγούμενο μεσημέρι και στην είσοδο έβλεπες σημάδια από τα παπούτσια των χθεσινών επισκεπτών-αναγνωστών. Η καθαρίστρια θα ερχόταν σε λίγο και όλα θα διορθώνονταν, εκτός φυσικά από τη χαρακιά. Έκανε να ανέβει, μα άκουσε πίσω του ομιλίες και στρίβοντας το κεφάλι του αντίκρυσε δύο άντρες με εργατικές φόρμες και εργαλεία στα χέρια τους. Τον καλημέρισαν. Μέσα από μια τυπική στιχομυθία που ακολούθησε, έγινε κατανοητό ότι οι κύριοι είχαν λάβει εντολή να πάρουν τα μέτρα της εισόδου, την οποία το συνεργείο τους θα αντικαθιστούσε με μια συρόμενη πόρτα μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα. Τους κοίταζε και πίεζε με το χέρι του τα κλειδιά στην αριστερή του τσέπη.
– Γιατί; ρώτησε.
– Γιατί τι;
– Γιατί αλλάζετε την πόρτα;
Είπαν κάτι για ένα ασφαλές, πλήρως αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό σύστημα. Έμειναν να κοιτάζονται οι τρεις τους για κάποια δευτερόλεπτα και όσο τους κοίταζε, σκεφτόταν να τους πει να περιμένουν λίγο, φεύγει άλλωστε και εκείνος σε λίγο καιρό.