Μια προσωπική μαρτυρία της Μαρίνας Τριανταφυλλίδη, φοιτήτριας του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών

Ασχολείται με ένα αντικείμενο που έχει ως βασικό εργαλείο το βιβλίο. Καθημερινά της διδάσκουν τι είναι ένα βιβλίο και πώς πρέπει να διαβάζει και να σχολιάζει ένα βιβλίο. Εκείνη, όμως, δεν έχει πρόσβαση στο βιβλίο. Δεν μπορεί να το κρατήσει στα απαλά χεράκια της, να χαζέψει το οπισθόφυλλο, να κοιτάξει την φωτογραφία στο εξώφυλλο, να μυρίσει το φρεσκοτυπωμένο φύλλο του, να ξεφυλλίσει τις σελίδες του και να ταξιδεύσει με την ησυχία της στον μαγικό του κόσμο, όπως κάνουν με τον πιο εύκολο τρόπο οι συμφοιτητές της. Στη ζωή της, υπάρχουν στιγμές που αγωνίζεται να βρει λύσεις και στιγμές απογοήτευσης και θυμού. Κλαίει και φωνάζει: «είναι άδικο να μην μπορώ να διαβάσω ένα βιβλίο, είναι άδικο, άδικο, άδικο…»· ή λέει πάλι «γιατί δεν μπορώ κι εγώ να διαβάσω ένα βιβλίο που μου σύστησε η καθηγήτριά μου, μόλις τελειώσω το μάθημά μου, και πρέπει να περιμένω τέσσερις ή πέντε μήνες ή μπορεί να μην το βρω και ποτέ για να το διαβάσω». Την βλέπω πολύ πεσμένη ψυχολογικά για κάτι που για τους περισσότερους ανθρώπους θεωρείται αυτονόητο, κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω για να της ελαφρώσω την ψυχή της, γιατί καταλαβαίνω πως, ότι κι αν της πω, εκείνη δεν θα νιώσει καλύτερα. Γι’ αυτό δεν της λέω τίποτα, αλλά την αφήνω στην αγκαλιά μου να ξεσπάσει, να βγάλει αυτά που κρατάει μέσα της. Κι όταν πια δεν έχει να χύσει άλλα δάκρυα σηκώνεται και λέει στον εαυτό της «είσαι η Ελίζα, φοιτήτρια στο τμήμα Φιλολογίας και τυφλή. Στη ζωή σου έχεις μάθει να κοιτάζεις μέσα από τα μάτια της ψυχής σου». Μπορώ όμως να διαβάσω ένα βιβλίο με τα μάτια της ψυχής μου;