Πολυτονικό; Γιατί;

Προκαλεί εντύπωση η χρήση του πολυτονικού σε εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης για τη γλώσσα, με τον τίτλο «Οἱ λέξεις φταῖνε». Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι το πολυτονικό στον τίτλο αντανακλά τη γραφή του ομώνυμου στίχου, το ότι αξιοποιείται και στο πλαίσιο της εκπομπής για την ανεύρεση μιας λέξης με το γνωστό παιχνίδι της κρεμάλας, προβληματίζει, ειδικά αν ο στόχος του παιχνιδιού είναι να μάθει στο ακροατήριο κάποια πράγματα για τη γλώσσα μας μέσα από τις λέξεις.

Οι τόνοι επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (τέλη 3ου -αρχές 2ου αιώνα π.Χ.) για τη δήλωση του μουσικού τονισμού της αρχαίας ελληνικής: οξεία για την τονική άνοδο, βαρεία για την κάθοδο (άτονο φωνήεν) και περισπωμένη για το συνδυασμό οξείας και βαρείας (σε δύο χρόνους, οπότε υποχρεωτικά σε μακρό φωνήεν). Τα τονικά σημεία διευκόλυναν την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων και ιδιαίτερα την κατανόηση του μέτρου στην ποίηση, καθώς εκείνη την περίοδο συντελούνται αλλαγές στο φωνολογικό σύστημα της ελληνικής και, όπως φαίνεται, ο μουσικός τονισμός δίνει τη θέση του στο δυναμικό  (ένταση) που έχουμε και στη νέα ελληνική. Η δασεία, αντίθετα, αποτελούσε αρχικά φθόγγο, το [h], και όχι τονισμό. Η ψιλή καταχρηστικά δήλωνε την απουσία της δασείας.

Η χρήση των τόνων και των πνευμάτων γενικεύεται γύρω στον 9ο-10ο αιώνα μ.Χ. από τους βυζαντινούς. Είναι σαφές ότι όχι μόνο για τους Νεοέλληνες, αλλά και για τους ίδιους τους Βυζαντινούς, η χρήση των τονικών σημείων δε σήμαινε τίποτα για τη γλώσσα της εποχής τους, αλλά κωδικοποιούσε ιδιότητες της αρχαίας ελληνικής, επιβάλλοντας ένα κατασκευασμένο, αττικιστικό πρότυπο. 

Η χρήση του πολυτονικού μπορεί να συνδέεται με την ιστορία της γραφής, αλλά όχι με το φωνολογικό σύστημα της νέας ελληνικής. Γι αυτό και η κατάργησή του το 1981 δεν άλλαξε κάτι στη γλώσσα. Η σύγχρονη χρήση του θα πρέπει να αποδοθεί σε άλλους λόγους.  Για τους μελετητές (φιλολόγους) των αρχαίων και λόγιων κειμένων, το πολυτονικό είναι εργαλείο της δουλειάς τους. Έξω από αυτό το πλαίσιο, όμως, η χρήση του πολυτονικού αντανακλά μια αισθητική της γραφής κι έναν δείκτη «αυξημένης» καλλιέργειας και μόρφωσης που φαινομενικά διαφοροποιεί τους πολλούς από τους λίγους που απαρτίζουν μια ιδιότυπη ελίτ. Αυτή η στάση, όμως, βρίσκεται εντελώς έξω από την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας που απασχολεί τον γλωσσολόγο, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τη δομή της και την εσωτερικευμένη γνώση που όλοι οι φυσικοί ομιλητές μοιράζονται ισότιμα, ανεξάρτητα από εκπαίδευση, φύλο ή κοινωνική τάξη.

[της Άννας Ρούσσου, Καθηγήτριας Τμήματος Φιλολογίας]