Sightseeing Upatras: Το εργαστήριο Θεωρητικών Επιστημών

>>Χειρόγραφο της Μονής Ταξιαρχών 

Όταν κάνουμε λόγο για εργαστήριο, έχουμε στο νου μας έναν χώρο κατάλληλα και ειδικά εξοπλισμένο με τα απαραίτητα εργαλεία και μέσα, τα οποία χρειάζεται να χρησιμοποιούν οι ερευνητές, προκειμένου να διεξάγουν έρευνα και να παράξουν επιστημονικές και τεχνολογικές καινοτομίες. Η λέξη «εργαστήριο» μας παραπέμπει συνήθως στις θετικές και τεχνολογικές επιστήμες κι όχι στις ανθρωπιστικές ή στις διαφορετικά αποκαλούμενες «θεωρητικές» επιστήμες. Συνεπώς, τι μπορεί να σημαίνει και να κρύβει πραγματικά ο όρος «Εργαστήριο Θεωρητικών Επιστημών»;

Με αφετηρία αυτό το ερώτημα επισκεφθήκαμε το Εργαστήριο Θεωρητικών Επιστημών του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.) του Πανεπιστημίου μας και συνομιλήσαμε με τον Διευθυντή του Γιάννη Α. Δημητρακόπουλο, Επίκουρο Καθηγητή του Π.Τ.Δ.Ε., ο οποίος με προθυμία μας δέχθηκε και μας μίλησε για την πορεία, τον χαρακτήρα και το έργο του εργαστηρίου. 

Αρχικά, λειτούργησε καθαρά ως δανειστική βιβλιοθήκη, η οποία καταλογογραφείται με πρωτοβουλία δύο υποψηφίων διδακτόρων, της Ειρήνης Μπακογιαννοπούλου και της Μαντώς Πανοπούλου. Ο τίτλος του εργαστηρίου προέκυψε ως μετάφραση της αγγλικής ονομασίας του ως «Laboratory of Arts», ερχόμενος να καλύψει το κενό που είχε δημιουργηθεί στον τομέα των Γενικών Επιστημών ύστερα από τη δημιουργία των εργαστηρίων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας (EHYET) και Θετικών Επιστημών. 

Όπως μας είπε ο κ. Δημητρακόπουλος, ίσως ο πιο σωστός κι ακριβής όρος θα ήταν αυτός του «Σπουδαστηρίου» κι όχι του Εργαστηρίου. Άλλωστε αυτός ήταν ο χαρακτήρας του στην αφετηρία του. Αρχική ιδέα ήταν η συγκρότηση μιας βιβλιοθήκης στην οποία θα μπορούσαν να προσφύγουν τόσο οι φοιτητές όσο και τα μέλη Δ.Ε.Π. 

Έτσι ο κ. Δημητρακόπουλος, σε συνεργασία με τον (ομότιμο πλέον) Καθηγητή του Τμήματος κ.Ιωάννη Δελλή, προχώρησαν επί πολλά χρόνια στη συγκέντρωση βιβλίων, τα οποία εξασφάλισαν αξιοποιώντας για τον συγκεκριμένο σκοπό μέρος από τα χρήματα που αναλογούν στα μέλη Δ.Ε.Π. από τον τακτικό προϋπολογισμό του Τμήματος και συμπληρώνοντας τη βιβλιοθήκη με βιβλία από την προσωπική τους συλλογή. 

Αποτέλεσμα αυτής της πρωτοβουλίας ήταν η δημιουργία μιας μικρής αλλά πλούσιας βιβλιοθήκης στον α’ όροφο του Τμήματος, η οποία περιλαμβάνει ποικιλία σημαντικών εγχειριδίων αλλά και κλασσικών πηγών, προσανατολισμένων κυρίως στα ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα των κύριων δωρητών και εμπνευστών της, δηλαδή στη Φιλοσοφία, τη Θεολογία και τη Φιλολογία.  

Χρόνο με τον χρόνο, το εργαστήριο άρχισε να λαμβάνει ολοένα και περισσότερο ερευνητικό χαρακτήρα και αποτέλεσε πυρήνα οργάνωσης σημαντικών σεμιναρίων και ερευνητικών προγραμμάτων. Αν και το εργαστήριο υπάγεται στο Π.Τ.Δ.Ε., έχει εν μέρει ανεξάρτητη δραστηριότητα. Αν μελετήσει κανείς το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης, των ερευνητικών προγραμμάτων και των σεμιναρίων του, θα διαπιστώσει αμέσως ότι παρουσιάζουν έντονο ενδιαφέρον για τη βυζαντινή γραμματεία και πιο συγκεκριμένα για τα φιλοσοφικά, θεολογικά κι εκπαιδευτικά εγχειρίδια της εποχής. Όπως επεσήμανε ο κ. Δημητρακόπουλος, κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την οργάνωση και την κατεύθυνση του Εργαστηρίου αρκετά προσωποπαγή, πράγμα το οποίο εν μέρει ισχύει, αλλά συμπληρώνεται και με το αυξημένο ενδιαφέρον των φοιτητών να ασχοληθούν με το Βυζάντιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος προέκυψε ένας μεγάλος αριθμός εξαιρετικών πτυχιακών εργασιών με βυζαντινή θεματολογία κι έτσι το εργαστήριο, σε συνεργασία με την ειδίκευση ΒΝΕΣ του τμήματος Φιλολογίας, προχώρησε στην οργάνωση της ημερίδας «Ξεφυλλίζοντας το Βυζάντιο ΙΙ: Χειρόγραφα-Κείμενα-Ιδέες» στο πλαίσιο της οποίας οι φοιτητές παρουσίασαν τη δουλειά τους. 

Το πρώτο και πιο σημαντικό σεμινάριο του εργαστηρίου, το οποίο διεξάγεται με μεγάλη επιτυχία σχεδόν ετησίως και εξ ολοκλήρου από το Εργαστήριο του Π.Τ.Δ.Ε. είναι το «Σεμινάριο Παιδείας και Φιλοσοφικών Ιδεών για την Εκπαίδευση στον νεοελληνικό Διαφωτισμό», το οποίο προέκυψε ως προσθήκη στο προπτυχιακό μάθημα του Τμήματος «Φιλοσοφία της παιδείας» και πραγματοποιείται με τη συμβολή ακαδημαϊκών, υποψηφίων διδακτόρων και μεταδιδακτόρων του Τμήματος. 

Μεγάλο ενδιαφέρον, αξία και πρωτοτυπία παρουσιάζουν τα ερευνητικά προγράμματα που έχει αναλάβει το Εργαστήριο. Τον προηγούμενο χρόνο παρουσιάστηκαν σε σχετική εκδήλωση των 50χρονων του Πανεπιστημίου μας τα αποτελέσματα του σημαντικού έργου της ψηφιοποίησης των χειρογράφων της Μονής Ταξιαρχών Αιγίου (βλ. τεύχος Ιανουαρίου 2015, https:// www.upatras.gr/el/node/4985). 

Μας αφηγείται ο διευθυντής του εργαστηρίου: «Όταν επισκέφθηκα τη Μονή και τη βιβλιοθήκη της και είδα όλα αυτά τα χειρόγραφα να μένουν αναξιοποίητα σε κούτες, το θεώρησα πραγματικά παράλογο κι αποφάσισα να κάνω κάτι. Συνομίλησα με τον ηγούμενο και λήφθηκε από κοινού η απόφαση να προχωρήσουμε στην ψηφιοποίηση των χειρογράφων της Μονής.» 

Έχοντας εξασφαλίσει την άδεια του ηγούμενου της Μονής, το εργαστήριο ξεκίνησε το πρόγραμμα το 2011, με τη συμμετοχή προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. και του Τμήματος Φιλολογίας και το έφερε σε πέρας το 2013, σε συνεργασία με το εργαστήριο Παλαιογραφίας και την ειδίκευση ΒΝΕΣ του Τμήματος Φιλολογίας. 

Το πιο μεγαλεπήβολο, εντούτοις, πρόγραμμα που έχει αναλάβει το εργαστήριο είναι το «Thomas de Aquino Byzantinus», το οποίο αφορά στην κριτική έκδοση και τον σχολιασμό ανέκδοτων ή εν μέρει μόνο εκδεδομένων κειμένων της υστεροβυζαντινής περιόδου. Το πρόγραμμα ξεκίνησε ως πρωτοβουλία και ερευνητικό ενδιαφέρον του διευθυντή του εργαστηρίου σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (από το 2006/07 ως το 2009/10) και το Ελληνικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (από το 2010/11 και εξής). 

Το μνημειώδες αυτό έργο, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη, με την ολοκλήρωσή του θα δημιουργήσει μια έντυπη και ψηφιακή βάση από μια σειρά 26 τόμων, οι οποίοι θα περιέχουν τα κείμενα και τα αποτελέσματα της εργασίας των μελών της ομάδας. Ο στόχος και η αξία αυτής της προσπάθειας έγκειται στη σπανιότητα και την σημασία των κειμένων, τα οποία σύμφωνα με την περιγραφή του προγράμματος έρχονται να φωτίσουν τον φιλοσοφικό και θεολογικό διάλογο μεταξύ διακεκριμένων λογίων της Ελληνικής Ανατολής και της Λατινικής Δύσης σε μια ιστορικά ταραγμένη περίοδο, στη διάρκεια της οποίας, όμως, σημειώθηκε έντονη πνευματική άνθηση, δημιουργικότητα κι αλληλεπίδραση. 

Αν και η σημασία της ολοκλήρωσης του συγκεκριμένου προγράμματος είναι διεθνώς αναγνωρισμένη, με πολλούς ακαδημαϊκούς και διεθνή ιδρύματα να στηρίζουν και να ενθαρρύνουν την πρωτοβουλία αυτή, εντούτοις αυτό προχωρά με μεγάλη δυσκολία, καθώς, όπως μας τονίστηκε στη συζήτηση που είχαμε εντός της βιβλιοθήκης του εργαστηρίου, η κρατική χρηματοδότηση από το 2009 (όταν το υπουργείο Πολιτισμού στήριξε το έργο οικονομικά) έως σήμερα είναι ανύπαρκτη. 

Είναι ενδεικτικό του προβλήματος ότι οι εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι ζητούσαν τεράστια ποσά για την έκδοση της σειράς, τη στιγμή που ο Βελγικός εκδοτικός οίκος Brepols, ένας από τους σημαντικότερους στην Ευρώπη, αναγνωρίζοντας την σημασία της σειράς, έχει προσφερθεί και δεσμευθεί εγγράφως να προχωρήσει στην έκδοση των κειμένων δωρεάν. Στην παρούσα φάση η σχετική έρευνα προωθείται χάρη σε διδακτορικές διατριβές, ενώ παράλληλα ελπίζει σε χρηματοδότηση από ιδιωτικούς φορείς.  

 Προκειμένου να προχωρήσει η έρευνα, να καλυφθούν τα έξοδα και κυρίως να αμειφθεί η προσωπική εργασία των ερευνητών, είναι αναγκαία η εξωτερική χρηματοδότηση, η οποία θα αποτελέσει σημαντικό αρωγό ενός έργου με τεράστια πολιτιστική και επιστημονική αξία, όπως μαρτυρεί η συμμετοχή των ερευνητών σε διεθνή βυζαντινολογικά συνέδρια.