Ο Λαθραναγνώστης

"Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών", Δημήτρης Μαμαλούκας, Εκδόσεις Κέδρος, 2016

Ο νεαρός φοιτητής Αλεσάντρο Φοντάνα, ενώ δουλεύει μια πτυχιακή εργασία με θέμα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, εξαφανίζεται ξαφνικά από τη Μπολόνια. Η μητέρα του ζητά τη βοήθεια των φίλων Γκαμπριέλε Αμπιάτι και Νικόλα Μιλάνο που αναλαμβάνουν να βρουν τον νεαρό στον εχθρικό ιταλικό βορρά. Η αναζήτηση πέφτει σε τέλμα μέχρι που εκδίδεται ένα μυθιστόρημα. Φανεροί και αφανείς χαρακτήρες φεύγουν από την αδράνεια, αφού το βιβλίο αποκαλύπτει θανάσιμα μυστικά από τα Μολυβένια Χρόνια της Ιταλίας του ’70, οδηγώντας και στη λύση του μυστηρίου της εξαφάνισης του Αλεσάντρο.
Πέρα από την καταιγιστική δράση, το στοιχείο του νουάρ είναι πανταχού παρόν. Τα κλασικά αυτοκίνητα, το σκληρό ιταλικό προγκρέσιβ ροκ, το καλό γούστο, τα μολτ ουίσκι στα κρυφά μπαρ, τα μικρά καφέ είναι πράγματα που αγαπά ο Μαμαλούκας από την Ιταλία των δικών του νεανικών χρόνων και θα αγαπήσει ο αναγνώστης. Καλοδουλεμένο σε όλες του τις λεπτομέρειες, με την απλή αλλά αρκετά περιγραφική γλώσσα που διακρίνει τον Μαμαλούκα, καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη στον χωροχρόνο της ιστορίας χωρίς να ξεχειλώνουν είτε η δράση είτε η ατμόσφαιρα.
Ο Μαμαλούκας κατάφερε στο πέμπτο του αστυνομικό μυθιστόρημα να θέσει τον πήχυ ψηλά για το πώς γράφεται ένα καλό αστυνομικό, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.
 
[Πολυχρόνης Μπακόμητρος]
 
"Η ΜΟΥΤΖΟΥΡΑ" του Αντώνη Γκαιρώ, Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2016
 

 

Μια κούτα παλιά με κιτρινισμένα από το χρόνο γράμματα ξεχασμένη σε μία σοφίτα είναι αυτή που πυροδοτεί τη δράση του μυθιστορήματος, και «πυροβολεί» τους δρώντες. Μία κούτα με παρελθόν, παρόν και μέλλον, μία κούτα ζώσα, μία κούτα ευλογημένα καταραμένη, που αν την ανοίξεις σίγουρα δε θα ‘σαι πια ο ίδιος.

    Τα γράμματα αυτά υπογράφει μια μυστηριώδης μορφή (η οποία δεν ονοματίζεται παρά μόνο ως «ο αριθμος 9»), και αποτελούν μια εκλογή από τα σπουδαιότερα στιγμιότυπα και φάσεις της ζωής της. Μεταιχμιακές καταστάσεις, κρίσεις ταυτότητας, διλήμματα, οδυνηρές διαπιστώσεις, ακραίες συναισθηματικές φορτίσεις είναι μερικά από τα μονοπάτια του υπαρξιακού λαβύρινθου στον οποίο θα περιηγηθούν οι χαρακτήρες - και μαζί με αυτούς κι εμείς -  που θα πιάσουν στα χέρια τους τα γράμματα.

    Ο αριθμός 9 γράφει μεν τις προσωπικές του εμπειρίες, όχι όμως εν είδει ενός απαραβίαστου ημερολογίου. Γράφει με απεύθυνση. Προς όλους! Κίνητρό του; Η ανάγκη του να προσελκύσει τη συμπόνια; Ο θυμός του απέναντι στην παρωπιδική κοινωνία που βυθίζεται στη βολή της, που αδιαφορεί για τις τύχες των πολλών και καταπίνει ανήλεα τους λίγους αντιδραστικούς; Ίσως και τα δύο.

    Στην κοινωνία όπου ζει ο αριθμός 9 οι άνθρωποι παρουσιάζονται χωρισμένοι σε δύο τάξεις: τους Ξύλινους και τους Όρθιους. Από τα ονόματα ευθύς εξαρχής γίνεται σαφές πως οι πρώτοι είναι άνθρωποι της βολής, ενώ οι δεύτεροι άνθρωποι της άρνησης, της αντίστασης, του περιθωρίου. Αρνούνται να γίνουν Ξύλινοι κι αυτό θα το πληρώσουν με ξυλοδαρμούς, εξορίες, αποδοκιμασία, απομόνωση, μοναξιά. Ο αριθμός 9 αυτοπαρουσιάζεται σε μεγάλη ηλικία πια ως επί πολλά χρόνια Ξύλινος - ίσως και για όλη του τη ζωή. Και διαλέγει στο πρώτο γράμμα του να αφηγηθεί τη στιγμή που, ενώπιον του πλήθους των Ξύλινων, ο ίδιος είχε αποφασίσει να απαρνηθεί τον μέχρι τότε ξύλινο εαυτό του και να γίνει Όρθιος. Μπροστά στους μέχρι πρότινος φίλους του, συμμάχους και ομοϊδεάτες του, αψηφώντας την κατακραυγή, αυτός θα σταθεί Όρθιος. Ίσως το κάλεσμα που απευθύνει σε μας είναι να κάνουμε το ίδιο.

Πρωταγωνιστές σε αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχουν. Ακόμα και ο αριθμός 9, ο οποίος, ως παντογνώστης αφηγητής, είναι ο κύριος συνδετικός κρίκος των περισσότερων χαρακτήρων, σπάνια μόνο αλληλεπιδρά με κάποιους χαρακτήρες. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως είδος πρωταγωνιστή καθώς ένα δικό του κατασκεύασμα -η κούτα- είναι αυτό που σχετίζεται με τους περισσότερους χαρακτήρες, έχει μεγάλη απήχηση πάνω τους και προωθεί τη δράση. Η κούτα άπαξ και περιέλθει στη κατοχή τους εξαπολύει πάνω τους μια καταστρεπτική δύναμη και- σχεδόν- τους διαλύει. Ακόμα και αυτόν όμως δύσκολα θα τον αποκαλούσαμε «πρωταγωνιστή».

Από μπροστά μας παρελαύνουν ετερόκλητοι χαρακτήρες: άνθρωποι απεγνωσμένοι να αγαπηθούν από κάποιον, ίσως τον εαυτό τους, νευρωτικοί, με δυσανεξία στη συντροφικότητα, διαλυμένες οικογένειες που το μοναδικό αδυνατισμένο νήμα που τις δένει είναι ο μονόχορδος δεσμός αίματος, άνθρωποι συμβατικοί, άνθρωποι λυπημένοι και μόνοι, μα κυρίως όλοι άνθρωποι φτωχοί. Όμως ακόμα και οι πιο ασήμαντοι χαρακτήρες, τους οποίους πολλοί δε θα θυμόμαστε ήδη στο επόμενο κεφάλαιο της ανάγνωσης, έχουν να κομίσουν ένα ουσιώδες νόημα.

    Για τους χαρακτήρες που θα διαβάσουν τα γράμματα, η κούτα τούς επιφυλάσσει μια πικρή έκπληξη. Αιφνιδιασμένοι, διαβάζοντας από ένα γράμμα διαφορετικό ο καθένας ανά κεφάλαιο, αισθάνονται σχεδόν βιογραφούμενοι, αισθάνονται επ’ ολίγου συγγραφείς, βλέπουν στα θραύσματα του αριθμού 9 αντανακλάσεις του δικού τους εαυτού και νιώθουν πως υπάρχει χώρος να υπογράψουν κι αυτοί στο κάτω μέρος του γράμματος, με άλλον αριθμό, το δικό τους αριθμό.

 Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το λογοτεχνικό εύρημα των γραμμάτων ως όχημα φιλοσοφικού στοχασμού, ο οποίος, ακολουθώντας την πορεία της μουτζούρας, απλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη μέσα στο μυθιστόρημα. Τρεις είναι οι θεμελιώδεις θεματικές στις οποίες εστιάζει ο Γκαιρώ: το πρώτο ζήτημα είναι η αδηφαγία του ανθρώπου για γνώση καθολική, για γνώση των πάντων, ως υπέρτατη έκφραση της απόγνωσής του να βρει μια κάποια σταθερότητα προς κατανόηση του κόσμο που τον περιβάλλει. Το συγγραφικό υποκείμενο όμως εκθρονίζει τη γνώση από βασίλισσα των σταθερών που διασφαλίζουν την ασφάλεια και εσώτερη ηρεμία. Η προτροπή του: συμβιβάσου με το γεγονός ότι η γνώση θα είναι πάντα ένα σπασμένο σπαθί, και με αυτό θα πολεμήσεις. Δεν έχει νόημα να απογοητευτείς από το ημιτελές του όπλου και να μείνεις με γυμνά χέρια πετώντας το, όπως και δεν έχει νόημα να περιμένεις να σφυρηλατηθεί το σπαθί ολόκληρο. Όπως λέγεται στο έργο «εσύ ο ίδιος είσαι ένα αναπάντητο ερώτημα».

    Το δεύτερο ζήτημα είναι η άρνηση του ανθρώπου να αποδεχτεί το κακό μέσα του, την κακή πλευρά που εγγενώς υπάρχει μέσα του. Ως άλλη ντροπιασμένη Μέδουσα, ο άνθρωπος «πετρώνει» όποιον αντικρίζει την ασχήμια του. Το αντάμωμα στον καθρέφτη με το όλον μας είναι σκληρό, και πολλές φορές μπορεί να συνθλίψει, αν έρθει αργοπορημένα. Είναι όμως απαραίτητο.

    Το τρίτο ζήτημα είναι η ανάγκη να συμπορευτεί η ύλη με το πνεύμα ως μονόδρομος για να κατακτήσει ο άνθρωπος την πληρότητα. Εδώ είναι που ο Γκαιρώ θα επισημάνει το κύριο εμπόδιο που αναστέλλει αυτή την πληρότητα, δηλαδή την εργασία. Η δουλειά, όταν ανυψώνεται σε αυτοσκοπό, γίνεται δουλεία, νεκρώνοντας τις πνευματικές αναζητήσεις, απευαισθητοποιώντας τον άνθρωπο και απομειώνοντάς τον έτσι σε μια μονοδιάστατη οντότητα ύλης.

    Η θεματική του Γκαιρώ δεν εξαντλείται εδώ: άλλα κομβικά ζητήματα που θίγονται είναι τα παιδικά τραύματα, η έφεση που κληρονομούν οι έφηβοι να ενταφιάζουν τις δυσάρεστες εμπειρίες τους και να μη μιλούν ποτέ γι’ αυτές (κάτι που καταλήγει σε στάση ζωής), η επιδερμικότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η ξακουστή μα τόσο άγνωστη αγάπη την οποία οι γονείς αδυνατούν να ενσταλάξουν στα παιδιά τους, παρά μόνο με υποκατάστατα, η αδυναμία ή η απροθυμία του ανθρώπου να αφιερώσει την ύπαρξή του σε έναν σκοπό που θα τον ολοκληρώσει, η εθελούσια υποταγή στον καθωσπρεπισμό και την «αξιοπρεπίτιδα» που καταντά δηλητηριώδες φίμωτρο του γνήσιου εσωτερικού ψυχικού, η ανάγκη να συλλάβουμε την ανθρωπότητα ως ένα ενιαίο σύνολο κι όχι ως ένα τσουβάλι ανθρώπινων μονάδων.

    Συνοψίζοντας, στο μυθιστόρημα του Γκαιρώ, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία χαιρετίζουν αρμονικά η μια την άλλη. Ισχυρό του στοιχείο επίσης είναι οι ολοζώντανες περιγραφές εκφράσεων προσώπου, κινήσεων σωματος, συναισθημάτων, σκηνών μαζικής έκρηξης και εκτροχιασμού (όπως όταν ο αριθμός 9 ανακοινώνει μπροστα στο πλήθος των Ξύλινων ότι τους εγκαταλείπει και τάσσεται με τους Όρθιους), φυσικών τοπίων. Ιδιαίτερα επιτυχημένος μάλιστα είναι ο τρόπος με τον οποίο αποδίδει φαντασιακές μορφές και σκηνικά που μας είναι γνώριμα από κινηματογραφικές ταινίες φαντασιακού περιεχομένου, Ειδικά το τελευταίο του το πιστώνω ως εξόχως επιτυχημένο, καθώς σε μία ταινία είναι πολύ πιο εύκολο να αποδώσεις κάτι φανταστικό. Όλα λύνονται σε επίπεδο όρασης. Εδώ το παιχνίδι περιορίζεται μόνο στις λέξεις. Ο λογοτέχνης πρέπει με μαεστρία να οδηγήσει τη φαντασία μας βήμα βήμα στο να προσλάβουμε αυτό το φαντασιακό. Και ο εν λόγω το καταφέρνει ομολογουμένως.

 Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής του Γκαιρώ το οποίο θα υπογράμμιζα είναι η μετρημένη ωμότητα, η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο σοκαριστικό και το ισορροπημένο. Δεν υπάρχει σε κανένα σημείο ωμότητα για την ωμότητα.

    Όλοι κρύβουμε μια μουτζούρα μέσα μας, γεννιόμαστε με αυτήν, ο καμβάς δεν ήταν ποτέ πάλευκος. Η σύμφυτη αυτή μουτζούρα έρχεται να ενωθεί με άλλες: τις μουτζούρες που οι γονείς χαράσσουν πανω μας -μην ξεχνάμε ότι κι αυτοί χαρακώθηκαν κάποτε με τη σειρά τους-, τις μουτζούρες της κοινωνικής ομήγυρης με τις οποίες αυτή καταπιεστικά προσπαθεί να ορίσει το περίγραμμά μας κι ό,τι περισσεύει να το χαρίσει στον Προκρούστη, τις μουτζούρες τυχαίων, περαστικών, φίλων, εχθρών. Είμαστε το άθροισμα από όλες αυτές τις μουτζούρες. Η ενιαία αυτή μουτζούρα θεριεύει και με την χαρακτηριστική της αλλοπρόσαλλη, ανεξέλεγκτη, βίαιη κίνησή της θέλει να διαχυθεί παντού.  Στόχος να βρούμε το χαμένο λευκό. Και με αυτό το χρώμα στα δάχτυλα να επαλείψουμε τις μουτζούρες, σαν να επαλείφαμε το νώδυνον φύλλον σε πληγή ανοιχτή που αιμορραγεί. Οι μουτζούρες βέβαια δεν μπορούν να σβηστούν εντελώς, αλλά με αυτό τον τρόπο, δίνοντάς τους το ξεκάθαρο μήνυμα πως η «μπογιά» τους δε περνάει πια, μπορούμε να τις περιορίσουμε στα μεθόρια του καμβά.

Όλοι οι χαρακτήρες του εξαιρετικού αυτού μυθιστορήματος έρχονται αργά ή γρήγορα αντιμέτωποι με τη μουτζούρα. Άλλοι συντρίβονται ολοσχερώς, άλλοι έρχονται ενώπιος ενωπίω πολύ αργά. Όπως και να έχει ... κρυψώνα απ’ τη μουτζούρα δεν υπάρχει. 

[Βαγγέλης Παναγιωτόπουλος, Τμ. Φιλολογίας]