Οι απόφοιτοι μας γράφουν : Ο Νίκος Κάστανος

Στο παρόν τεύχος είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον κύριο Νίκο Κάστανο, απόφοιτο και διδάκτορα του τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Ο κ. Κάστανος όχι μόνο μας μεταφέρει τις εμπειρίες του από την έρευνα και τις μελέτες στις οποίες έχει συμβάλλει στον τομέα της Γεωλογίας και της Ωκεανογραφίας, αλλά μας αναλύει και τις απόψεις του για τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα στον τομέα της Γεωλογίας και περιγράφει τις ευκαιρίες που ενδεχομένως να παρουσιαστούν μελλοντικά.

Τι οφέλη θεωρείτε ότι σας προσέφερε το Πανεπιστήμιο Πατρών στη μέχρι τώρα πορεία σας;

Το ερώτημα αυτό, δηλαδή το τι κερδίζει κανείς από το Πανεπιστήμιο, από το οποίο αποφοιτά και αναγορεύεται διδάκτορας, μπορεί να απαντηθεί εύκολα και χωρίς διάθεση υπερβολής: τα πάντα.

Επέλεξα το Παν/μιο Πατρών, αρχικά εξ αιτίας της ίδιας της Πάτρας, την οποία είδα, εκ Καλαμάτας ορμώμενος, ως μια ήσυχη μεγάλη επαρχιακή πόλη, και μετά γιατί πίστεψα τότε, και ίσως δεν είχα τελικά άδικο, πως το νεοσύστατο τμήμα της Γεωλογίας, θα είχε επιστημονικό προσωπικό που θα ενδιαφερόταν για τους πρώτους φοιτητές του περισσότερο απ’ ότι θα συνέβαινε στα “παλιά” τμήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, δηλαδή θα δίνονταν καλύτερες ευκαιρίες.
Το Πανεπιστήμιο μπορούσε να δώσει όλα τα εφόδια για μια καλή επαγγελματική ή ακαδημαϊκή εξέλιξη στους φοιτητές του. Βρισκόταν
το ίδιο, ως νέο ίδρυμα, σε μια φάση ραγδαίας ανόδου, με μέλη ΔΕΠ νέους επιστήμονες με διάθεση διεθνών συνεργασιών και καινοτόμο
επιστημονικό προσανατολισμό. Μου δόθηκε πράγματι η ευκαιρία και η δυνατότητα για μια δεκαετή περίοδο επιστημονικής έρευνας σε ένα
δυναμικό ακαδημαϊκό περιβάλλον.
Η συμμετοχή μου στις επιστημονικές έρευνες στο εργαστήριο Τεχνικής Θερμοδυναμικής του Τμήματος Μηχανολόγων, σίγουρα μου πρόσφερε τις μαθηματικές και τεχνολογικές βάσεις για τη συνέχιση της έρευνας στη Φυσικής Ωκεανογραφία και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στο εργαστήριο Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας του Τμήματος Γεωλογίας.
Παρότι η εξέλιξή μου δεν κατέληξε σε ακαδημαϊκή καριέρα – άλλωστε δεν είναι αυτός ο μοναδικός σκοπός του Πανεπιστημίου, το Παν/μιο Πατρών με καθόρισε ανεξίτηλα σε όλη τη μετέπειτα επαγγελματική μου ζωή και ιδιαίτερα ως καθηγητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευση – ίσως αυτή η συνεισφορά είναι σημαντικότερη.

Η ενασχόληση με την έρευνα ήταν σχεδόν για 10 χρόνια καθολική, με την έννοια της αφιέρωσης χρόνου χωρίς όρους. Το κλίμα ήταν τέτοιο στα εργαστήρια, το οποίο παρακινούσε τους επιστήμονες, νέους και παλιούς να μην φείδονται δυνάμεων. Όσοι έχουν μια τέτοια εντατική “θητεία”, αποκτούν ρυθμούς και νοοτροπία που συνεχίζονται και στις άλλες επαγγελματικές τους διαδρομές.
Εκτός όμως από τις τότε επιστημονικές έρευνες και συνεργασίες, το σπουδαιότερο είναι ότι τιμήθηκα με φιλίες συναδέλφων και καθηγητών που συνεχίζουν και σήμερα.

Πείτε μας λίγα λόγια για την έρευνα σας. Ποια μελέτη που έχετε διεξάγει μέχρι σήμερα θεωρείτε ότι είχε την πιο άμεση πρακτική εφαρμογή;
Εδώ κρύβεται ενδόμυχα ένα ερώτημα: τελικά το Πανεπιστήμιο – ή γενικότερα η επιστημονική κοινότητα, είχε οφέλη από την επένδυσή της σε μένα; Αυτό το ερώτημα δεν μπορεί φυσικά να απαντηθεί από μένα. Θα προχωρήσω μόνο στην αρχική ερώτηση, αναφέροντας ότι διαχωρίζω, ίσως αυθαίρετα, την επιστημονική-επαγγελματική ζωή μου μέχρι τώρα, σε δύο μεγάλες περιόδους:

Στην επιστημονική-ερευνητική περίοδο στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας από το 1978 που άρχισαν οι σπουδές στο Τμήμα Γεωλογίας, μέχρι την τελευταία συμμετοχή σε ερευνητική εργασία το 1996, και στην παιδαγωγική και ταυτόχρονα οικολογική περίοδο από το 1991 μέχρι σήμερα στα σχολεία της Μεσσηνίας.

και στην παιδαγωγική και ταυτόχρονα οικολογική περίοδο από το 1991 μέχρι σήμερα στα σχολεία της Μεσσηνίας.

Δεν πρέπει κανείς να υποτιμά αλλά αντίθετα να συμπεριλαμβάνει τα φοιτητικά του χρόνια στην επιστημονική περίοδο, αφού υποτίθεται
ότι από τότε και ίσως πιο πριν έχουν αρχίσει να τίθενται οι πρώτες άγουρες επιστημονικές αναζητήσεις και πολλά όνειρα. Έτσι τουλάχιστον πρέπει να γίνεται.
Από την 1η περίοδο, ίσως αξίζει να σημειωθεί η εισαγωγή για πρώτη φορά της ιδέας των στροβίλων μέσης κλίμακας στην κυκλοφορία
των θαλάσσιων μαζών στην Αδριατική και το Ιόνιο, όπως αποτυπώθηκαν σε δύο εργασίες στα περιοδικά Continental Shelf Research και Journal of Geophysical Research, καθώς και σε δύο διεθνή συνέδρια. Η ιδέα ήταν και συνεχίζει να αναφέρεται και σήμερα, ότι μεταξύ των θαλάσσιων θερμών μαζών που ανέρχονται από το Ιόνιο προς την Αδριατική από την πλευρά της Ελλάδας και των κατερχόμενων μαζών από τις Ιταλικές ακτές αναπτύσσονται αστάθειες, οι οποίες δίνουν κάτω από κάποιες συνθήκες, σειρά ευδιάκριτων στροβίλων περιόδου περιστροφής περίπου 10 ημερών. Η μελέτη αυτών των συστημάτων εκτός από το θεωρητικό ενδιαφέρον που συνδυάζεται με αδρανειακά ρεύματα και εσωτερικά κύματα, παρουσιάζει πρακτικό ενδιαφέρον σε σχέση με την μεταφορά ρυπαντών στην περιοχή.

Από τη 2η περίοδο της επιστημονικής – επαγγελματικής μου ζωής, μένει η συνεισφορά στην τάξη όσο το δυνατόν προηγμένων μεθόδων διδασκαλίας, και η συνεισφορά στη δημιουργία και λειτουργία του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καλαμάτας.

Ποια η γνώμη σας για τις έρευνες που διεξάγονται στον Πατραϊκό και στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου και νότια δυτικά της Κρήτης για την
εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου;

Το 1993, κατά τη διάρκεια έρευνας στον Πατραϊκό Κόλπο, στην οποία συμμετείχα, για τη μελέτη των ρευμάτων στην ευρύτερη περιοχή της απόληξης του αγωγού του εργοστασίου του Βιολογικού καθαρισμού της Πάτρας που επρόκειτο να κατασκευασθεί, έγινε μια παράπλευρη αποκάλυψη: η ύπαρξη ενός εκτεταμένου πεδίου πιθανών δομών με φυσικό αέριο, στοιχεία τα οποία δημοσιεύτηκαν σε εργασία στο περιοδικό Marine Geology.
Έκτοτε πολλές έρευνες ερευνητών από Ελλάδα και εξωτερικό σε όλη τη Δυτική Ελλάδα έδειξαν αυτά που σήμερα γνωρίζουμε, και που καθιστούν την περιοχή ενεργειακά σημαντική.
Πώς πιστεύετε ότι θα συμβάλλουν τα παραπάνω στην επαγγελματική αποκατάσταση των Γεωλόγων και στην τοπική οικονομία;
Οι σπουδές στα τμήματα Γεωλογίας (και ιδιαίτερα σ ́ αυτό της Πάτρας σε συνδυασμό με την ερευνητική του δράση στη Δυτική Ελλάδα), δίνει αρκετές δυνατότητες στους αποφοίτους Γεωλόγους, μεταπτυχιακούς και κατόχους διδακτορικού σε αντικείμενα ενεργειακών πόρων, να βρουν επαγγελματική διέξοδο. Το μέλλον το σχετικό με την εξόρυξη φυσικού αερίου και πετρελαίου φαίνεται ευοίωνο για την Ελλάδα, ιδιαίτερα για τη Δυτική και τιςπεριοχές νότια της Κρήτης, όπου οι γεωπολιτικές συνθήκες είναι αρκετά ώριμες. Η οικονομία της χώρας, και φυσικά η τοπική οικονομία στη Δυτική Ελλάδα, περιμένει πολλά, βέβαια σε βάθος χρόνου. Θα πρότεινε κανείς, στους ενδιαφερόμενους, είτε είναι άτομα, είτε θεσμοί, ότι πρέπει να προετοιμάζονται κατάλληλα για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις.
Τι θα συμβουλεύατε τους νέους που αποφοιτούν στον τομέα της Γεωλογίας στην σημερινή Ελλάδα;
Η αλήθεια είναι ότι η κρίση έχει επηρεάσει όλους τους τομείς στην Ελλάδα, και περισσότερο επιδρά πάνω στο σχεδιασμό του μέλλοντος τους νέους. Τα τρία τμήματα Γεωλογίας αποδίδουν πολλούς αποφοίτους κάθε χρόνο, όπως και τα άλλα τμήματα των ελληνικών Πανεπιστημίων. Οι στόχοι της πολιτείας μέσα απ’ αυτήν την πολυδάπανη εκπαίδευση γενικά τρεις. Πρώτος, είναι η προετοιμασία των αυριανών ακαδημαϊκών ερευνητών, που είναι ένα μικρό μέρος των πτυχιούχων. Δεύτερος, είναι η προετοιμασία των επαγγελματιών γεωεπιστημόνων που θα εργασθούν στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, δίνοντας τα εφόδια για να πετύχουν. Η κρίση στερεί τους πολλούς από μια εργασία ανάλογη των σπουδών τους και των ονείρων τους και πιθανόν μπορεί να τους στρέφει όχι άδικα και όχι λανθασμένα εκτός
Ελλάδος.
Η ελπίδα της ανάκαμψης μέσω της ανάπτυξης των κλάδων γεωλογικού ενδιαφέροντος μπορεί να ωθήσει τους νέους που αποφοιτούν από τα τμήματα Γεωλογίας να προετοιμάζονται κατάλληλα, διαλέγοντας ίσως τους δύσκολους δρόμους, κάνοντας παραπάνω σπουδές. Κυρίως θα τους παρότρυνε κανείς να μην απογοητεύονται και θεωρούν τις σπουδές χαμένα χρόνια, υπενθυμίζοντάς τον τρίτο ρόλο των ελληνικών Πανεπιστημίων, ο οποίος ίσως είναι και ο σημαντικότερος και αυτοδύναμος. Αυτός είναι η συνεισφορά στη μόρφωση σε υψηλό επίπεδο των Ελλήνων. Αυτή η επένδυση δεν είναι εύκολα ορατή, αλλά απαραίτητη στην ελληνική κοινωνία.