Ιστορίες του κυρίου Κ., φοιτητή του Τμήματος Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών: H αλληγορία του 6

Ο Wittgenstein ισχυρίζεται ότι η ζωή μας αποκτά νόημα μόνο αν της αναγνωρίσουμε τα χαρακτηριστικά μίας ταλάντευσης. Η ταλάντευση, συμπληρώνει ο Derrida, δίνει νόημα στις ίδιες τις λέξεις, αναγνωρίζει το κενό ανάμεσα στην εξιδανικευμένη πληρότητα του νοήματος και την προσπάθειά μας να το καταλάβουμε. Και, μιας και μιλάμε για κινήσεις, ας θυμηθούμε και τον Kierkegaard, όσα λέει δηλαδή για το ‘άλμα στο παράλογο’: αν δεν πάρεις κάποια στιγμή στη ζωή σου την απόφαση να πηδήξεις, και να πηδήξεις με ρίσκο, όχι απλά δέκα εκατοστά από το έδαφος, τότε το έχεις πραγματικά χαμένο.

Κάθε φορά που ο οδηγός του 6 ξεκινάει απότομα το λεωφορείο, κάπου εκεί που η κάθετη στην Κορίνθου έχει το φανάρι της χαλασμένο (αν είναι πράγματι χαλασμένο, γιατί μπορεί, πολύ απλά, να έχει αποφασίσει να μη συμπεριφέρεται σαν όλα τα υπόλοιπα φανάρια)– κάθε φορά λοιπόν που ο οδηγός γκαζώνει και εσύ, εκεί που κάθεσαι ήσυχος, ξαφνικά τινάζεσαι χτυπώντας το κεφάλι σου στο κάθισμα του μπροστινού, έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό σου αυτή η ταλάντευση. Αυτό το απλό τίναγμα σε κάνει να σκεφτείς ότι το περιβάλλον σε ένα εξάρι, εκεί κατά τις 8 η ώρα το πρωί που όλα ζέχνουν ύπνο, είναι βαθιά παρεξηγημένο.

‘Και γιατί είναι παρεξηγημένο το εξάρι;’, θα ρωτήσει κανείς. Μα πολύ απλά γιατί έχει μέσα του όλα εκείνα που μπορούν να σε κάνουν να σκεφτείς τη φύση των πραγμάτων, την ίδια τη ζωή. Έχει τις περίεργες εκείνες πόρτες, για παράδειγμα, που τις ανοίγουν διάπλατα οι οδηγοί το καλοκαίρι για να δροσίσει, όταν τρέχουν με 80 στην εθνική. ‘Είναι για να εξοικονομήσουν βενζίνη’, είχα ακούσει κάποιον να λέει μια φορά. Όχι, καλέ μου φίλε, ανοίγουν για να μας θυμίζουν τη θνητότητά μας, το πόσο εφήμεροι είμαστε- λίγο να σε σπρώξει ο διπλανός σου, έχεις εκτοξευθεί στο δρόμο, και μετά χαιρέτα εξεταστικές, και καφέδες και βόλτες στην παραλία. Σκεφτείτε, σκεφτείτε γιατί κάθε φορά που μπαίνετε μέσα στο 6 είναι εκεί ένας συμπαθητικός κύριος να σου σκίζει το εισιτήριο, φωνάζοντας ‘πηγαίνετε πίσω παιδιά, πηγαίνετε πίσω’, όταν το πίσω είναι ήδη γεμάτο και δεν έχει μείνει άλλο κενό για να καλυφθεί με ύλη. Σκεφτείτε το 6 που το περιμένεις μισή ώρα και όταν έρχεται είναι ήδη γεμάτο και δε σταματάει να σε πάρει και εσύ κοιτάς τον κόσμο που είναι μέσα (κάποιοι από αυτούς σου χαμογελούν συγκαταβατικά) και νιώθεις σαν τον Κ. που δε θα καταφέρει ποτέ του να μπει στον Πύργο του Κάφκα- επειδή, μάλλον, έτσι το επέλεξε ο ίδιος. Σκεφτείτε τα εξαφανισμένα ακυρωτήρια που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν πράγματι υπήρξαν ποτέ. Σκεφτείτε επίσης εκείνο το 6 που έχει πάντα μέσα τον κουβά με τη σκούπα. Ως 'βρωμιά ́, ισχυρίζεται η Mary Douglas, 'μπορεί να εννοηθεί οποιοδήποτε αντικείμενο, όταν και όσο βρίσκεται εκτός του πλαισίου στο οποίο έχουμε συνηθίσει να το συναντάμε'– και δεν είναι εκεί άραγε ο κουβάς και η μάπα για να μας θυμίζουν τη θεμελιώδη αυτή αρχή; Και σκεφτείτε τι να σημαίνει άραγε ένα λεωφορείο με χωρητικότητα 70 ανθρώπων, να βάζει μέσα 170: μα τα νούμερα είναι σχετικά- αυτό, εμείς οι ανθρωπολόγοι, το γνωρίζουμε καλά. Δε θυμάμαι τώρα το όνομα της φυλής, αλλά μια φυλή τέλος πάντων, εκεί κάπου στον Αμαζόνιο, μπορεί και μετράει μόνο μέχρι το  για ό,τι υπερβαίνει το 3, έχουν την ίδια λέξη, που σημαίνει, π.χ., ότι το 17 και το 237 για αυτούς ποσοτικά είναι το ίδιο (απελευθερωτικό, δε συμφωνείτε;). 

Τέλος, σκεφτείτε και τον οδηγό, τον αρχηγό στο όλο σκηνικό. Δείτε πίσω από την μπλε στολή και το μαύρο γυαλί. Ένα απόγευμα γύριζα με το έξι και κάπου στη διαδρομή ο οδηγός σταματάει το λεωφορείο, και με τη μηχανή αναμμένη, σηκώνεται από τη θέση του, κατεβαίνει κάτω και αρχίζει να μιλάει με έναν άλλο τύπο. Κάτι του λέει, ξανανεβαίνει, και γκαζώνει (εκεί να δείτε βιτγκενστιανή ταλάντευση). Μου ήρθε στο μυαλό αμέσως εκείνη η περίφημη φράση του Marx: το πλήθος δε μπορεί να συνειδητοποιήσει τη δύναμή του όσο βρίσκεται εκεί ένας οδηγός να το καθοδηγεί. Μπορεί να αντιληφθεί τις δυ-νατότητές του μόνο όταν ο οδηγός αυτός έχει χαθεί, έστω και για λίγο.

Θέλω μια φορά να σηκωθώ και να το φωνάξω στον κόσμο, να τον ρωτήσω αν βλέπει κι αυτός τις αλληγορίες που ταξιδεύουν εκείνη τη στιγμή μαζί του. Αν περιοριστείς σε ένα πρώτο επίπεδο, σε ένα πρώτο Gestalt, βλέπεις μόνο ιδρώτα, κόσμο αγουροξυπνημένο και πατικωμένο, κόσμο χαμένο στις σκέψεις του (αν και οφείλω να παρατηρήσω ότι οι πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις είναι εκείνοι που προσποιούνται ότι είναι χαμένοι στις σκέψεις τους), φωνές, φασαρία και μυρωδιά πετρελαίου. Σε έναν εναλλακτικό όμως κόσμο, που ίσως και να είναι αυτός που βιώνουμε, οι οδηγοί του 6 δεν είναι παρά μεταμφιεσμένοι ινστρούχτορες που προσπαθούν να μας κάνουν να σκεφτούμε· εκεί, κατά τις 8 η ώρα το πρωί που αφήνου- με την Κορίνθου να περνάει θολή μπροστά από τα μισόκλειστα μάτια μας.