Σχέση Πανεπιστημίου-ΤΕΙ: Γιατί είμαστε αντίθετοι στη συνένωση Η άποψη της Πολυτεχνικής Σχολής

Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η σημασία της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου μας είναι υποτιμημένη, και σ’ αυτό βέβαια ευθύνες έχει και η ίδια η Πολυτεχνική, ίσως γιατί θεωρούσε δεδομένο τον σεβασμό στην τεράστια συνεισφορά της στην πρόοδο του Πανεπιστημίου και της περιοχής μας. Άλλωστε, η Πολυτεχνική μας συναγωνιζόταν με επιτυχία όχι μόνο το Μετσόβιο Πολυτεχνείο και την Πολυτεχνική του Α.Π.Θ., αλλά και τα καλύτερα πολυτεχνεία της Ευρώπης. Η πλειονότητα των τομέων, οι οποίοι διακρίνονται στις διεθνείς κατατάξεις και ανεβάζουν συνολικά το Πανεπιστήμιο, ανήκουν στην Πολυτεχνική.
Ωστόσο, η Πολυτεχνική Σχολή πάντοτε μοιραζόταν τις επιτυχίες της με το Πανεπιστήμιο, του οποίου θεωρεί ότι είναι ο πυρήνας. Στήριξε, μάλιστα, την επέκταση του Πανεπιστημίου σε αντικείμενα πολύ πέραν του αρχικού σκοπού του και μοιράστηκε μεγαλύτερο βάρος από εκείνο που της αναλογούσε.
Αισθανόμαστε, λοιπόν, βαθύτατη απογοήτευση σήμερα που συζητείται η εξίσωσή μας με τα ΤΕΙ. Απογοήτευση, γιατί η μόνη άλλη Πολυτεχνική που υφίσταται τα ίδια είναι η πολύ νεότερή μας, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, αν αφήσουμε στην άκρη τη νεοϊδρυθείσα σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Η άλλη αιτία απογοήτευσης προέρχεται από εκείνους τους συναδέλφους που αγνοούν τις ενστάσεις μας ή παραμένουν αδιάφοροι πιστεύοντας ότι η αλλαγή δεν τους αγγίζει. Αυτό είναι μάλιστα ένα από τα επιχειρήματα όσων προωθούν τη συνένωση. Η αλήθεια, όμως, είναι τελείως διαφορετική. Αν τελικά προχωρήσει η συνένωση, η υποβάθμιση μπορεί να επηρεάσει περισσότερο την Πολυτεχνική, ωστόσο δεν θα αφήσει κανέναν άθικτο.
Προχωρούμε προς μια περιπέτεια, ενώ τα παλαιότερα τμήματα του Πανεπιστημίου έχουν έντονα «δημογραφικά» προβλήματα, ενώ την ίδια ώρα τα νεότερα δεν έχουν πλήρως αφομοιωθεί. Και παρόλο που τα προβλήματά μας μοιάζουν ποσοτικά (μείωση καθηγητών, αύξηση φοιτητών), στην πραγματικότητα είναι ποιοτικά. Δεν χρειαζόμαστε «οποιουσδήποτε καθηγητές», χρειαζόμαστε σημαντικούς νέους επιστήμονες, από τις χιλιάδες που βρίσκονται στο εξωτερικό, για να τραβήξουν την Πολυτεχνική και το Πανεπιστήμιο μπροστά. Όπως έκαναν,δηλαδή, οι πρώτοι καθηγητές μας.
Υπάρχουν άρα συνάδελφοι που είναι ανοικτά υπέρ της συνένωσης; Κανείς πλην του συμβούλου του υπουργού, δεν το παραδέχεται. Ακόμη και οι πιο φανατικοί υποστηρικτές του εγχειρήματος ισχυρίζονται ότι το κάνουν, γιατί έτσι κι αλλιώς θα το κάνει ο υπουργός με το ζόρι. Η αλήθεια είναι ότι κανένας δεν θα τολμήσει να το κάνει χωρίς τη συναίνεση του Πανεπιστημίου, ούτε καν χωρίς τη συναίνεση των ΤΕΙ, εκτός αν τα ΤΕΙ Λαμίας έχουν μεγαλύτερη σημασία από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Ο ίδιος ο υπουργός το έχει δηλώσει με τον πιο επίσημο τρόπο. Απλώς γυρεύει άλλοθι, για να το κάνει κι είναι στο χέρι μας να μην το δώσουμε, όπως δεν το έκαναν το Μετσόβιο, το ΑΠΘ, το Πανεπιστήμιο Κρήτης κ.ά.
Κάθε επέκταση του Πανεπιστημίου μέχρι τώρα είχε κι ένα σημαντικό κόστος. Μερικές μάλιστα είχαν και έχουν πολύ μεγαλύτερο κόστος από το προσδοκώμενο όφελος και χρειάζονται πολλά χρόνια για την απορρόφηση του σοκ που προκαλείται. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για επεκτάσεις που δεν έχουν προκύψει από ακαδημαϊκές διαδικασίες, με διαφάνεια, μελέτη και σχεδιασμό.
Αντ’ αυτών, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε μια ουσιαστικά αδιαφανή διαδικασία, αποκλειστικά προφορικές και αποσπασματικές αναφορές και το ψευδοδίλημμα πως «αν δεν αποδεχτούμε την συνένωση, θα την κάνει ο υπουργός,όπως θέλει». Αυτό θυμίζει την περίπτωση του Δανού Βασιλιά, που παρέδωσε το στέμμα του στον πρώτο μοτοσικλετιστή των Γερμανών που έφτασε στα σύνορά του. Και είναι ψευδοδίλημμα, γιατί αφενός η περιβόητη επιτροπή απλώς εισηγείται στον υπουργό και αφετέρου υπάρχει το σαφέστατο νομικό προηγούμενο του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ). Όλες, λοιπόν, οι προφορικές προτάσεις, είτε αφορούν σε απορρόφηση είτε σε ίδρυση παρασχολών είτε σε ίδρυση προσχηματικών τμημάτων άνευ αντικειμένου, θα έχουν την ίδια κατάληξη. Θα δώσουν το απαιτούμενο άλλοθι στον υπουργό, για να κάνει το Πανεπιστήμιό μας ΠΑΔΑ.
Μπροστά σε αυτήν την εξέλιξη, η Πολυτεχνική είναι αποφασισμένη να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες, για να εκφράσει την άποψη της και δικαιολογημένα περιμένει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
[Δ. Ματαράς, Καθηγητής, Κοσμήτορας Πολυτεχνικής Σχολής]