Συνέντευξη με τη Ρέα Γαλανάκη

Με αφορμή τη δωρεά μεγάλου αριθμού βιβλίων και περιοδικών της κυρίας Ρέας Γαλανάκη στη ΒΚΠ, οφείλω να την ευχαριστήσω για την προθυμία της να μου παραχωρήσει συνέντευξη και να ανοίξει το σπίτι της σε μια ομάδα μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών, προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες προετοιμασίες για τη μεταφορά της δωρεάς. Η Ρέα Γαλανάκη είναι συγγραφέας, ποιήτρια και κριτικός από το Ηράκλειο της Κρήτης και έργα της έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον 15 γλώσσες.

Έχετε αναμειχθεί με ποικίλα λογοτεχνικά είδη· ποίηση, δοκίμιο, μυθιστόρημα. Ποιο από αυτά σας συγκινεί περισσότερο και βρίσκετε τον εαυτό σας εντός του;

Εμένα με συγκινούσε, και με συγκινεί, η αφήγηση. Το να λες μια ιστορία είναι σαν να ακούς, παιδί, ένα παραμύθι. Είναι κάτι βαθιά εντυπωμένο στην ψυχή μας. Και μου αρέσει που η «άσπρη σελίδα», σαν ένα άδειο δωμάτιο, μπορεί να επιπλωθεί συνδυάζοντας ποίηση, δοκίμιο, μυθιστόρημα. Σημασία έχει η ισορροπία, ο συνδυασμός, το ξάφνιασμα, δηλαδή ο τρόπος να εξιστορήσει κάτι σύμφωνα με τις αισθητικές επιλογές, αλλά και με τη μαστοριά του κάθε συγγραφέας (και ποιητής). Ο καλός μάστορας τα καταφέρνει, ο μέτριος τα μπαλώνει, ο κακός ναυαγεί. Η αξιοσύνη φαίνεται πιο καλά με το πέρασμα του χρόνου, εν ζωή καμιά φορά για τους πιο τυχερούς ή τους πιο επίμονους.

Γράψατε σε μια πολιτικά και ιδεολογικά αποτελματωμένη εποχή. Πώς ο παράγοντας της εθνικής πολιτισμικής οδύνης συγκρότησε τη συγγραφική σας ταυτότητα;

Αν εννοείτε τη δικτατορία, πρέπει να πω ότι για ορισμένους, ολίγους πλην γενναίους, δεν υπήρξε εντελώς αποτελματωμένη εποχή. Το γεγονός δηλαδή ότι δημοσιεύοντας κάτι κυριολεκτικά μπορούσες να συλληφθείς/βασανιστείς/φυλακιστείς, ενίσχυσε εκτός από τη συντροφικότητα και μια ψυχική δύναμη, ένα κριτήριο αυστηρό, που φυσικά δεν περιοριζόταν μόνο στη λογοτεχνία. Αφορούσε πάντως και τη λογοτεχνία. Αθλιώτατα, εγκληματικά εκείνα τα επτά χρόνια, όμως από κάποια πλευρά ήσουν τυχερός που μπόρεσες, έστω και με πολλές πληγές, να δημιουργήσεις. Κατόπιν όλα τα χρόνια είναι λίγο-πολύ τα ίδια, για όλους μας, κάθε εποχή, ωστόσο, έχει το δικό της πρόσημο (π.χ. κρίση, μετανάστευση, αστεγία). Να τα βλέπουμε αυτά, και να γράφουμε γι’ αυτά –όμως σαν λογοτέχνες, όχι σαν δημοσιογράφοι ή πολιτικοί, ή σαν οτιδήποτε άλλο. Η τέχνη έχει δικούς της κανόνες. Είναι παλιοί και απαιτητικοί, σημερινοί και προτρεπτικοί. Δεν παίζουμε μαζί τους.

Αυτή η περίφημη μοναξιά του ποιητή με τι ανταλλάσσεται; Με το ποίημα;

Η μοναξιά του δημιουργού (όχι μόνο του ποιητή) ναι, τελειώνει με την τελευταία του γραμμένη λέξη. Αν το έργο του αγαπηθεί μετά, η μοναξιά του λιγοστεύει δίχως να εξαντλείται. Σχεδόν εξαφανίζεται όταν άγνωστοι, λαϊκοί άνθρωποι, σε σταματούν και σου μιλούν με τόση συμπάθεια για ένα βιβλίο σου στο δρόμο. Ή όταν ένα βιβλίο σού επιστρέφει τα πιο τίμια δώρα, όπως π.χ. όταν η 5ης γενιάς απόγονος του Ισμαήλ Φερίκ πασά μου χάρισε ένα δαχτυλίδι που έγραφε τη φράση από το Κοράνι «Ευλογημένος είναι ο δημιουργός», προσθέτοντας ότι και κάθε συγγραφέας είναι επίσης ένας δημιουργός.

Έχετε διατυπώσει πως δεν σας ενδιαφέρει να είστε άντρας ή γυναίκα, αλλά απλώς συγγραφέας. Πως αιτιολογείτε αυτήν σας την άποψη;

Θέλω να πω ότι γράφω και για γυναίκες και για άντρες εξίσου. Πάντα αυτό έκανε η λογοτεχνία, με αποκλίσεις φυσικά. Ίσως δεν καινοτομώ διατυπώνοντας (ξανά) την πεποίθησή μου ότι η λογοτεχνία, εκτός άλλων, είναι μια σπουδή παραβίασης των ορίων. Εκείνων που μας επιβάλλει η καθημερινή ζωή, η εποχή, οι νοοτροπίες και ο εκάστοτε πολιτισμός μας. Εκεί, στη δυνατότητα παραβίασης, βρίσκεται μάλλον και η βαθύτερη ελευθερία της τέχνης.

Έχετε τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα και Ελένης Ουράνη, το Βραβείο Αναγνωστών και το Βραβείο Νίκος Καζαντζάκης. Θεωρείτε πως τα εν λόγω θεσμικά έπαθλα έχουν συντελέσει στη διαμόρφωση και εξέλιξη της συγγραφικής σας ταυτότητας;

Ευχαριστιέται κανείς αν παίρνει κάποια σημαντικά δημόσια βραβεία –επαναλαμβάνω δημόσια βραβεία, όχι περιοδικών και άλλων τινών– αφού σε αυτά τουλάχιστον οι επιτροπές αλλάζουν συχνά. Μετά το ξεχνά. Οι εκδότες επιμένουν να αναφέρονται στα βιβλία μας με τα πιο σημαντικά, έστω, βραβεία. Δεν μετρούν, όμως, ούτε τα δημόσια ούτε τα «ιδιωτικά» βραβεία για την τελική αξιολόγηση του συγγραφέα. Μετρά γυμνό το έργο του. Τόσο απλά.

Γιατί επιλέξατε τη ΒΚΠ για τη δωρεά των βιβλίων σας; Τι έχετε να προτείνετε στους νέους ερευνητές;

Παντρεύτηκα τον Ηλία Κούβελα, τον πρώτο εκλεγέντα καθηγητή στην Ιατρική του Πανεπιστημίου Πατρών (στη Φυσιολογία). Ήρθαμε να ζήσουμε μόνιμα στην Πάτρα. Δεν γνωρίζαμε την πόλη. Μείναμε δεκαετίες, χτίσαμε το σπίτι μας στο Κάτω Καστρίτσι, εκεί μεγάλωσε η κόρη μας, εκεί άρχισα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα και άλλα. Αγαπώ πολύ την Πάτρα, όμως αγαπώ πολύ και την Αθήνα (και τον γενέθλιο τόπο, το Ηράκλειο στην Κρήτη) για όσα μου χαρίζει η κάθε μια τους. Καλό είναι να σκεφτόμαστε ανοιχτά και για τους έρωτές μας με τις πόλεις. Είναι, λοιπόν, μια πράξη αγάπης προς την πόλη, το Πανεπιστήμιο, το πρόσφατο Τμήμα Φιλολογίας. Και συνάμα μια πράξη πολύ μεγάλης εκτίμησης για όσες από τις καθηγήτριές του Τμήματος Φιλολογίας γνωρίζω. Ξέρω ότι τα βιβλία μου, από τον καιρό ακόμη της δικτα- τορίας μέχρι το 2003 (όχι όλα, κράτησα κάποια πιο προσωπικά, προς το παρόν) είναι σε καλά χέρια. Το λέω και για τον διευθυντή της Βιβλιοθήκης, και για τα ωραία «παιδιά» που ήρθαν να πακετάρουν στο σπίτι μου, κυριολεκτικά μια ανάσα από το Πανεπιστήμιο.